Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Θέτοντας ξανά το πλαίσιο της ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Tου Mahdi Darius Nazemroaya* 

Μετάφραση Κώστας Καραγιώργης

Καθώς η ένταση συσσωρεύεται μεταξύ των ΗΠΑ και του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (NATO) από τη μια μεριά και της Μόσχας και των συμμάχων της από την άλλη, η ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ξαναγράφεται με σκοπό να δαιμονοποιηθεί η Ρωσία, το κράτος φυσικός διάδοχος και η μεγαλύτερη συστατική δημοκρατία (pars pro toto - τμήμα του συνόλου) της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.
Το 2009, η ΕΣΣΔ και η ναζιστική κυβέρνηση της Γερμανίας, άρχισαν να σκιαγραφούνται ως οι δύο δυνάμεις που προκάλεσαν την ανάφλεξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. 

Η ιστορικότητα μιας τέτοιας αφήγησης είναι λανθασμένη και τίποτα δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από την αλήθεια σε ότι αφορά τη Μόσχα. Η ασφάλεια του Ευρωπαϊκού πυρήνα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ο κύριος σκοπός του Κρεμλίνου, όπως επίσης και η ανάκτηση χαμένων εδαφών. Η Σοβιετική κυβέρνηση είχε επίσης επίγνωση των σχεδίων που εξυφαίνονταν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Ο Αδόλφος Χίτλερ θεωρούσε πως η Βρετανία θα συντάσσονταν μαζί του σε έναν πόλεμο εναντίον των Σοβιετικών ακόμα και στις τελευταίες φάσεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτή η ρητορεία είναι μέρος του ευρύτερου "οδικού χάρτη" για τον έλεγχο της Ευρασίας, μέσω της περικύκλωσης οποιασδήποτε δυνητικά ανταγωνιστικής δύναμης όπως η Ρωσία και η Κίνα. Για να καταλάβει κανείς της γεωπολιτική και στρατηγική φύση της περικύκλωσης της Ρωσίας και της Κίνας από τις ΗΠΑ και το NATO, όπως επίσης και της Ευρασιατικής Συμμαχίας που σχηματίζεται μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου ως αντίμετρο, θα πρέπει κανείς να δει το ευρύτερο πλαίσιο της Αγγλοαμερικανικής διείσδυσης ιστορικά, που σαν στόχο είχε την συντριβή ή την αποδυνάμωση οποιασδήποτε δύναμης στην Ευρασία.

Η γεωγραφία αποτελεί την βάση για την κοινωνική ανάπτυξη της παραδοσιακής ισχύος, είτε στις φεουδαρχικές είτε στις βιομηχανικές κοινωνίες. Για παράδειγμα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς που υπηρετούσε την τάξη των γαιοκτημόνων, που αποτέλεσε αρχικά την αριστοκρατία, ήταν αυτό που στην συνέχεια πυροδότησε την άνοδο του βιομηχανικού (σ.μ. καπιταλιστικού) συστήματος. Η άνοδος της χρηματιστικής ισχύος είναι κάτι διαφορετικό, συνδέεται παρ' όλα αυτά και αυτή με τη γεωγραφία.

Οι ΗΠΑ, η Βραζιλία και η Ινδία είναι όλες "φυσικές μεγάλες δυνάμεις" - ένας όρος που επινοήθηκε εδώ. Οι φυσικές μεγάλες δυνάμεις είναι κράτη που έχουν την τάση, με τον καιρό, να αναπτυχθούν ή να εξελιχθούν σε κύριες "κυψέλες" ανάπτυξης της παραγωγικότητας εξ' αιτίας της γεωγραφικής τους διαμόρφωσης ή εξαιτίας των "ευλογιών" της φύσης. Στην γεωγραφική ενότητα της Ευρασίας, πάνω απ' όλα τα υπόλοιπα, υπάρχουν τρία κράτη που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε φυσικές μεγάλες δυνάμεις. Αυτά είναι η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία. Κατέχουν μεγάλες εκτάσεις και τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές και, εξ αιτίας αυτών των δύο παραγόντων κατέχουν μεγάλη ικανότητα ανθρώπινου δυναμικού που μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική παραγωγικότητα.

Χωρίς το ανθρώπινο δυναμικό όμως, η γεωγραφία και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές χάνουν την σημασία τους, και γι' αυτό οποιοδήποτε πρόσχωμα στην πληθυσμιακή ή κοινωνική ανάπτυξη μιας χώρας μέσω πολέμου, εμφύλιας διαμάχης, πείνας, πολιτικής αστάθειας ή/και οικονομικής αστάθειας μπορεί να παρεμποδίσει την ανάδυση μιας "φυσικής μεγάλης δύναμης". Αυτό ακριβώς είναι που γίνεται με την Ρωσική Ομοσπονδία και τους προπάτορές της, την ΕΣΣΔ και τη Ρωσική Αυτοκρατορία, τα τελευταία διακόσια χρόνια - μέσα από τις ατελείωτες περιπτώσεις εμφυλίων πολέμων, το Α' Παγκόσμιο Πόλεμος και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι την εποχή Γιέλτσιν και τα προβλήματα στην περιοχή του Καυκάσου. Για τον ίδιο λόγο ο μειούμενος πληθυσμός της Ρωσίας είναι μια από τις βασικές ανησυχίες του Κρεμλίνου. Αν αφήνονταν ανεμπόδιστα, έθνη-κράτη όπως η Ρωσία και η Κίνα, θα κυριαρχούσαν στην παγκόσμια οικονομία και, κατ' επέκταση, στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Αυτό ακριβώς είναι που προσπαθεί να αποτρέψει η Αγγλοαμερικανική εξωτερική πολιτική για σχεδόν τρεις αιώνες, πρώτα κάτω από την Βρετανική ισχύ κι έπειτα μέσα από την Αμερικανοβρετανική συνεργασία. Στην Ευρώπη, η περιοριστική πολιτική εφαρμόστηκε πρώτα στη Γαλλία για αιώνες και αργότερα, μετά τη γερμανική ενοποίηση υπό τον Μπίσμαρκ, στη Γερμανία. Αργότερα αυτή η πολιτική επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρη την Ευρασία ( τη φυσική γεωγραφική συνέχεια της Ευρώπης ή την "Ήπειρο" όπως την αποκαλούσαν οι Βρετανοί).

Τμήμα αυτής της πολιτικής αποτελούσε και η αποτροπής της πρόσβασης της Ρωσίας στις ακτές της Μεσογείου και του Περσικού κόλπου που θα απειλούσε το βρετανικό εμπόριο και τελικά την ναυτική πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η Βρετανία και η Γαλλία έστρεφαν την Τσαρική Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία την μια απέναντι στην άλλη και υποστήριξαν στρατιωτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον Κριμαϊκό πόλεμο όταν η πιθανότητα να αποκτήσει η Ρωσία, υπό την ηγεσία της Αικατερίνης της Β', Οθωμανικές περιοχές στη Μεσόγειο θάλασσα ήταν πραγματική.

Γιατί οι Σοβιετικοί και οι Κινέζοι έφεραν το μεγαλύτερο βάρος του φορτίου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου;


Η ΕΣΣΔ και η Κίνα υπέστησαν τις μεγαλύτερες υλικές, δημογραφικές και συνολικές απώλειες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μια ποσοτική συγκριτική επισκόπηση και αντιπαράθεση των απωλειών σε αριθμούς σε Βρετανία, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ και Κίνα κάνει εμφανείς τις ιλιγγιώδεις διαφορές μεταξύ των αποκαλούμενων "Δυτικών Συμμάχων" και των αποκαλούμενων "Ανατολικών Συμμάχων".

Η Βρετανία είχε μόλις 400.000 νεκρούς ενώ των ΗΠΑ μόλις ξεπερνούσαν τις 260.000. Οι θάνατοι πολιτών στις ΗΠΑ ήταν κατ' ουσίαν ανύπαρκτοι επίσης ο παραγωγικός ιστός και τα εργοστάσια των ΗΠΑ δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Από την άλλη η ΕΣΣΔ είχε περίπου 10 εκατομμύρια νεκρούς στρατιώτες και 12 με 14 εκατομμύρια νεκρούς πολίτες, ενώ η Κίνα είχε περίπου 4 με 5 εκατομμύρια νεκρούς στρατιώτες και νεκρούς πολίτες των οποίων ο αριθμός υπολογίζεται κάπου μεταξύ 8 και 20 εκατομμυρίων.

Τα βάσανα δεν μπορούν να μετρηθούν ποιοτικά και ποσοτικά, αλλά πολλά παραβλέπονται σε ότι αφορά την Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Δεν χωρά αμφιβολία το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα έχασαν αναλογικά μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού τους ανάμεσα στους "σημαντικούς Συμμάχους". Σε πολλές περιπτώσεις οι απώλειες από την σειρά εμφυλίων πολέμων στην Σοβιετική Ένωση (στους οποίους υπήρξε ξένη ανάμειξη ή ακόμα και παρέμβαση) καθώς και οι απώλειες της Γιαπωνέζικης εισβολής στην Κίνα (30 εκατομμύρια άνθρωποι αν μετρήσει κανείς και πριν το 1939) δεν περιλαμβάνονται στις απώλειες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από πολλούς ιστορικούς στη Δυτική Ευρώπη και τον Αγγλοσαξονικό Κόσμο.

Το μεγαλύτερο μέρος των μαχών, επίσης, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε χώρα στα εδάφη της Ρωσίας και της Κίνας. Και οι δύο Ευρασιατικοί γίγαντες αντιμετώπισαν τεράστιες καταστροφές υποδομών και υλικές απώλειες που καθυστέρησαν την ανάπτυξή τους για δεκαετίες. Οι δυνατότητες γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής της Κίνας μονάχα μειώθηκαν στο μισό. Ο Άξονας, ειδικότερα η Γερμανία και η Ιαπωνία (δυο οικονομικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ και της Γερμανίας), συντρίφθηκαν επίσης. Σε αντιπαράθεση οι ΗΠΑ παρέμειναν πρακτικά άθικτες, ενώ η Βρετανία ως κράτος ήταν ολοκληρωτικά εξαρτώμενο από την υποστήριξη των ΗΠΑ [1].

Οικονομική Ανάπτυξη των ΗΠΑ: Πόλεμοι ανά την υφήλιο και ανάπτυξη της βιομηχανικής και οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ.


Τόσο ο Α' όσο και ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος κατάφεραν να εξολοθρεύσουν κάθε οικονομικό ανταγωνισμό ή πρόκληση για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ. Ενώ η Ευρώπη και η Ασία ρημάζονταν από τον πόλεμο, οι ΗΠΑ αντίστροφα ευημερούσαν οικονομικά. Η βιομηχανική ισχύ των ΗΠΑ αυξάνονταν αλματωδώς. ενώ την ίδια στιγμή οι δυνατότητες της βιομηχανίας της Ευρώπης και της Ασίας καταστρέφονταν, τόσο από τον Άξονα όσο και από τους Συμμάχους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο από τις Κεντρικές Δυνάμεις όσο και από την Αντάντ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στις ΗΠΑ άνηκε κυριολεκτικά το μισό της παγκόσμιας οικονομίας μέσω δανείων, Αμερικάνικων ξένων επενδύσεων και πολεμικών χρεών. Η οικονομική επέκταση των ΗΠΑ και η άνθιση των εξαγωγών τους ήταν χωρίς προηγούμενο στην κλίμακα που αυτές πραγματοποιήθηκαν το χρονικό διάστημα μεταξύ 1910 και 1950, συνδεδεμένες σχεδόν ολοκληρωτικά με το πολεμικό τοπίο που υπήρχε σε Ευρώπη και Ασία. Επίσης, μόνο οι ΗΠΑ είχαν τους οικονομικούς πόρους να ξαναχτίσουν τις οικονομίες και το βιομηχανικό δυναμικό της Ευρώπης και της Ασίας, πράγμα το οποίο και έκαναν επιβάλλοντας τους όρους τους. Αυτοί οι όροι περιλάμβαναν ευμενή αντιμετώπιση των αμερικανικών επιχειρήσεων και τη δημιουργία θυγατρικών βιομηχανιών των ΗΠΑ σε κάθε χώρα.

Το 1945 αποτέλεσε το έτος έναρξης της Pax Americana. Ακόμα και μεγάλο μέρος της ξένης βοήθειας που πρόσφερε η κυβέρνηση των ΗΠΑ (με την έγκριση του Κογκρέσου), για να διευκολυνθεί η ανοικοδόμηση των Ευρωπαϊκών κρατών, έρευσε πίσω στους ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ιδιοκτητών των αμερικανικών επιχειρήσεων, επειδή αμερικάνικες εταιρείες ήταν αυτές που αναλάμβαναν - ως αμοιβή - πολλά από τα συμβόλαια που σχετίζονταν με την ανοικοδόμηση. Ο πόλεμος τροφοδότησε άμεσα την βιομηχανική ισχύ των ΗΠΑ, ενώ εξολόθρευσε αντιπάλους όπως οι Ιάπωνες που αποτελούσαν μια σημαντική οικονομική απειλή για τις ΗΠΑ στις αγορές της Ασίας και του Ειρηνικού.


Η Ιαπωνία υπογράφει την άνευ όρων παράδοσή της στο U.S.S. Missouri

Για να αντιληφθεί κανείς το εύρος των στοχεύσεων των Αμερικανών σε ότι έχει να κάνει με την παρακώλυση των οικονομικών τους ανταγωνιστών, θα πρέπει κανείς να κοιτάξει το πως χειρίστηκαν την κατάσταση στην Ιαπωνία από το 1945 μέχρι περίπου την 1η Οκτώβρη του 1949. Μετά την άνευ όρων παράδοση του Τόκιο στο U.S.S. Missouri και την έναρξη της αμερικανικής κατοχής και διοίκησης της Ιαπωνίας, η γιαπωνέζικη οικονομία διήλθε περίοδο έντονης παρακμής εξαιτίας εσκεμμένων αμελειών του γραφείου του Ανωτάτου Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων. Σε οικονομικούς όρους η περίπτωση της Ιαπωνίας έμοιαζε αρχικά αρκετά με το κατεχόμενο από τους Αγγλοαμερικανούς Ιράκ. 

Στα τέλη του 1949 όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν. Εν μία νυκτί σχεδόν, υπήρξε κυριολεκτικά στροφή 360 μοιρών, μια αναστροφή της αμερικάνικης πολιτικής στην Ιαπωνία. Ήταν μόνο μετά την 1η Οκτώβρη του 1949, οπότε και υπήρξε η ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από τον Μάο Τσε Τουνγκ και το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα, που οι ΗΠΑ άρχισαν να επιτρέπουν της οικονομική ανάκαμψη της Ιαπωνίας, έτσι ώστε να την χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο στην Κίνα. Σαν υποσημείωση, και κατά ειρωνικό τρόπο, η γρήγορη αλλαγή της αμερικάνικης πολιτικής αναφορικά με την Ιαπωνία επέτρεψε στις ΗΠΑ να παραβλέψουν την Ιαπωνική αρχή της απαγόρευσης των ξένων επενδύσεων, που είναι ένας από τους λόγους για την οικονομική επιτυχία της Ιαπωνίας καθώς κι ένας από τους λόγους που οι οικονομικές ελίτ της Ιαπωνίας σχηματίζουν μέρος του τριμερούς πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας μαζί με τις ελίτ των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης.

Η πολιτική "ανοικτών θυρών" του Αγγλοαμερικανικού κατεστημένου.


Οι Αγγλοαμερικανικές ελίτ κατέστησαν επίσης σαφές ότι επιθυμούσαν μια παγκόσμια πολιτική "ανοιχτών θυρών" ακόμα από το 1941 και τον "Χάρτη του Ατλαντικού" που ήταν μια κοινή διακήρυξη Βρετανών και Αμερικανών για το πως θα διαμορφωθούν οι μεταπολεμικές Διεθνείς Σχέσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο "Χάρτης του Ατλαντικού" δημιουργήθηκε πριν καν οι ΗΠΑ εισέλθουν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ανωτέρω γεγονότα και περιγραφές αποτέλεσαν αποτέλεσαν την δεύτερη φάση της έναρξης της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Την πρώτη φάση σηματοδότησε το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Και στους δύο πολέμους τόσο η χρηματιστική όσο και η επιχειρηματική ελίτ των ΗΠΑ, πριν από την είσοδο των ΗΠΑ σαν ένα από τα αντιμαχόμενα μέρη, χρηματοδότησαν και τις δύο εμπόλεμες μεριές τόσο μέσω επενδύσεων όσο και με δάνεια, ενώ οι εμπόλεμες παρατάξεις κατέστρεφαν η μία την άλλη. Αυτό περιελάμβανε τη χρησιμοποίηση μεσαζόντων και εταιρειών άλλων χωρών, όπως ο Καναδάς.

Η δημιουργία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ το 1913 και η εγκατάλειψη στο εσωτερικό των ΗΠΑ (όχι όμως και στο διεθνές επίπεδο εξαιτίας των κανονισμών άλλων κρατών) της πρόσδεσης της ισοτιμίας του δολαρίου στον κανόνα του χρυσού το 1933, πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν αναγκαίες κινήσεις εκ των προτέρων ούτως ώστε να επιτευχθεί η αμερικάνικη κυριαρχία πάνω στις υπόλοιπες οικονομίες. Και οι δύο αποτέλεσαν κινήσεις που απομάκρυναν τα όρια και τους περιορισμούς στον αριθμό αμερικανικών δολαρίων που τυπώνονταν, πράγμα που επέτρεψε στις ΗΠΑ να επενδύσουν και να δανείσουν χρήματα στα εμπόλεμα κράτη της Ευρώπης και της Ασίας.

Ο Norman Dodd, ένας πρώην τραπεζίτης της Wall Street και ερευνητής για λογαριασμό του αμερικανικού Κογκρέσου, που εξέτασε τα αφορολόγητα ιδρύματα των ΗΠΑ, αποκάλυψε σε συνέντευξή του το 1982 ότι ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος αναμένονταν από τις ελίτ των ΗΠΑ προκειμένου να ενισχύσουν περαιτέρω τον έλεγχό τους στην διεθνή οικονομία [2]. 

Ο πόλεμος ή οποιασδήποτε μορφής ευρείας κλίμακας "τραυματικά συμβάντα" αποτελούν εξαιρετικές ευκαιρίες για την αναδόμηση κοινωνιών, στο όνομα της πολεμικής προσπάθειας και του κοινού καλού. Οι πολιτικές ελευθερίες και οι εργατικοί νόμοι μπορούν να ανασταλούν ενώ ο τύπος λογοκρίνεται συνολικά και οι ηγέτες της αντιπολίτευσης συλλαμβάνονται ή δαιμονοποιούνται, την ίδια στιγμή που κυβερνήσεις και επιχειρήσεις συντονίζουν στενά τη δράση τους κάτω από την νομιμοποίηση που τους προσφέρει η πολεμική προσπάθεια. Αυτό ίσχυε πρακτικά για όλες τις πλευρές που συμμετείχαν στον Α' και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, από τον Καναδά μέχρι τη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ.

Σε αντίθεση με τις αντιλήψεις των ίδιων της των πολιτών, η αμερικανική κυβέρνηση δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη τόσο κατά τη διάρκεια του Α' όσο και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ΗΠΑ χρηματοδοτούσαν και εξόπλιζαν τη Βρετανία στις αρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης, πριν την είσοδο των ΗΠΑ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Βρετανία είχαν ξεκινήσει τις διαδικασίες κοινού πολεμικού σχεδιασμού και στρατιωτικής τους ολοκλήρωσης. Πριν επιτεθούν οι Ιάπωνες στο Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκέμβρη του 1941, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, ο οποίος μάχονταν τη Γερμανία, υπέγραψαν στις 17 Αυγούστου του 1940 τη συμφωνία του Ogdensburg, η οποία αποτελούσε μια συμφωνία που προέβλεπε κοινή άμυνα μέσω του "Μόνιμης Κοινής Επιτροπής Άμυνας" και κοινό πολεμικό σχεδιασμό ενάντια στην Γερμανία και τον Άξονα. Το 1941, η Συμφωνία του Hyde Park επίσημα ένωσε τις πολεμικές οικονομίες των ΗΠΑ και του Καναδά και ανεπίσημα τις οικονομίες των ΗΠΑ, του Καναδά και της Βρετανίας. Θα ενώνονταν επίσης η Αμερικανική και η Βρετανική στρατιωτική διοίκηση. Εν μέρει, η νομισματική συμφωνία που επετεύχθει με όχι αυτές τις πολεμικές συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ θα αποτελούσαν την βάση όσων θα προέβλεπε η Συνθήκη του Bretton Woods.

Επίσης η Βρετανική, η Γαλλική καθώς και οι άλλες αυτοκρατορίες δυτικοευρωπαϊκών κρατών δεν διαλύθηκαν μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι είχαν καταπονηθεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και εξαιτίας Αγγλοαμερικανικών οικονομικών συμφερόντων. Οι αποικιακές πολιτικές αυτών των Ευρωπαϊκών κρατών είχαν καταστήσει υποχρεωτικό για τις αποικίες τους να διεξάγουν εμπόριο με προνομιακούς όρους με τις "μητρικές χώρες", πράγμα το οποίο αντιτίθονταν στην πολιτική "ανοιχτών θυρών" που θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ να διεισδύσουν στις άλλες εθνικές οικονομίες και ειδικά σε εκείνες που είχαν κατασπαραχθεί από τον πόλεμο και αποτελούσαν ως εκ τούτου προνομιακούς χώρους εισόδου για τις αμερικανικές εταιρείες.

Οι αιτίες του Γερμανοσοβιετικού Συμφώνου μη επίθεσης.


Η Βρετανία και οι ΗΠΑ επίσης σκοπίμως καθυστέρησαν την εισβολή τους στη Δυτική Ευρώπη, υπολογίζοντας πως αυτό θα εξασθενούσε περαιτέρω τους σοβιετικούς που σήκωναν το βάρος του μεγαλύτερου μέρους των εχθροπραξιών στο ανατολικό ευρωπαϊκό μέτωπο. Γι' αυτό το λόγο η Βρετανία και οι ΗΠΑ εισέβαλαν αρχικά στη Βόρειο Αφρική αντί για την Ευρώπη. Επιθυμούσαν το Τρίτο Ράιχ και η Σοβιετική Ένωση να αλληλοεξουδετερώσουν ο ένας τον άλλο.

Το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Μολότωφ - Ρίμπεντροπ προκάλεσε σοκ με την υπογραφή του στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική. Η Γερμανική και η Σοβιετική κυβέρνηση βρισκόντουσαν σε αντιπαλότητα η μία με την άλλη. Αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με ιδεολογικές διαφορές. Η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση οδηγούνταν εξωγενώς στο να αντιπαρατεθούν η μία ενάντια στην άλλη σε όλη τη διάρκεια των γεγονότων που οδήγησαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ακριβώς όπως στο παρελθόν είχαν οδηγηθεί εξωγενώς σε αντιπαράθεση η Γερμανία, η Ρωσική και η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ανατολική Ευρώπη [3].

Για αυτό το λόγο η Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν πόλεμο στο Βερολίνο το 1939, όταν τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και η Γερμανία εισέβαλαν στην Πολωνία. Αν στις προθέσεις τους ήταν το να υπερασπιστούν την Πολωνία τότε γιατί να κηρύξουν τον πόλεμο μόνο στους Γερμανούς από τη στιγμή που τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Σοβιετικοί είχαν εισβάλλει στην Πολωνία; Υπάρχει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό πίσω από όλο αυτό.

Αν η Μόσχα και το Βερολίνο δεν είχαν υπογράψει το Σύμφωνο μη επίθεσης δεν θα είχε κηρυχθεί πόλεμος εναντίον της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα η πολιτική κατευνασμού (σ.μ. της Γερμανίας) ήταν μια συνειδητά επιλεγμένη πολιτική που διαμορφώθηκε με την ελπίδα ότι επιτρέποντας την στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας κι έπειτα παρέχοντας στη ναζιστική κυβέρνηση τα μέσα, μέσω της στρατιωτικής ισχύος, να δημιουργήσει κοινά Γερμανοσοβιετικά σύνορα, θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για το ξέσπασμα του επιθυμητού Γερμανοσοβιετικού πολέμου που θα οδηγούσε στην αλληλοεξουδετέρωση των δύο ισχυρότερων ηπειρωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την Ευρασία [4].

Η Βρετανική πολιτική και η λογική που οδήγησε στην υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικών και Γερμανών περιγράφεται με πολύ γλαφυρό τρόπο από τον Carroll Quigley. Ο Quigley, ένας κορυφαίος Αμερικανός καθηγητής ιστορίας, στη βάση των διπλωματικών συμφωνιών στην Ευρώπη καθώς και εσωτερικής πληροφόρησης που είχε στην διάθεσή του ως καθηγητής , εξηγεί τους στρατηγικούς στόχους της Βρετανικής πολιτικής από το 1920 μέχρι το 1938 ως εξής:

[Να διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη, με την ενδυνάμωση της Γερμανίας απέναντι σε Γαλλία και Σοβιετική Ένωση, να αυξηθεί το ειδικό βάρος της Βρετανίας σ' αυτήν την ισορροπία μέσω της ευθυγράμμισής της με τις κτήσεις της (π.χ. την Αυστραλία και τον Καναδά) και τις ΗΠΑ, να αρνηθεί οποιαδήποτε δέσμευση (ειδικά δέσμευση μέσω της Κοινωνίας των Εθνών, και πάνω απ' όλα δέσμευση για βοήθεια προς τη Γαλλία) πέραν αυτών που υπήρχαν το 1919, να διατηρηθεί η ελευθερία δράσης της Βρετανίας, να στρέψει τη Γερμανία ανατολικά ενάντια [στη Σοβιετική Ένωση] αν κάποια ή και οι δύο αυτές δυνάμεις εξελιχθούν σε απειλή για την Ειρήνη [πιθανόν εννοεί την απόκτηση οικονομικής δύναμης] στην Ευρώπη [και ακόμα πιο πιθανό να υπονοεί Βρετανικά συμφέροντα]. [5]

Προκειμένου να εκτελεστεί αυτός ο σχεδιασμός που θα επέτρεπε στη Γερμανία να κινηθεί ανατολικά ενάντια [στη Σοβιετική Ένωση], ήταν απαραίτητο να γίνουν τρία πράγματα: (1) να διαλυτοποιηθούν όλες οι χώρες που βρίσκονται ανάμεσα στη Γερμανία και [τη Σοβιετική Ένωση], (2) να αποτραπεί η Γαλλία από το να "τιμήσει" τις συμμαχίες που είχε με αυτές τις χώρες (π.χ. Τσεχοσλοβακία και Πολωνία), και (3) να ξεγελαστεί ο [Βρετανικός] λαός έτσι ώστε να αποδεχτεί σαν μια αναγκαία, στην πραγματικότητα, σαν τη μοναδική λύση που μπορεί να δοθεί στα διεθνή προβλήματα. Η ομάδα του Τσάμπερλεν έδρασε τόσο πετυχημένα και στους τρεις αυτούς τομείς που έφτασαν μόλις ένα βήμα πριν την επιτυχία, κι απέτυχε μονάχα εξ αιτίας της ισχυρογνωμοσύνης των Πολωνών, της "απρεπούς" βιασύνης του Χίτλερ, καθώς επίσης κι εξ αιτίας του γεγονότος ότι την τελευταία στιγμή η ομάδα του Milner συνειδητοποίησε τις [γεωστρατηγικές] επιπλοκές της πολιτικής της [οι οποίες έφερναν κοντά αυτό που φοβόντουσαν περισσότερο, ένωναν τους Γερμανούς με τους Σοβιετικούς] και προσπάθησαν να το αντιστρέψουν. [6]

Είναι εξ αιτίας αυτής της στόχευσης για υποβοήθηση των Γερμανών ώστε να φτάσουν σε θέση να είναι ικανοί να επιτεθούν στους Σοβιετικούς που οι Βρετανοί, Καναδοί και Αμερικανοί ηγέτες είχαν αρμονικές σχέσεις (πράγμα που φαίνεται ανεξήγητο στα κυρίαρχα εγχειρίδια ιστορίας) με τον Αδόλφο Χίτλερ και τους ναζί μέχρι την παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σχετικά με την πολιτική του "Κατευνασμού" υπό την πρωθυπουργία του Νέβιλ Τσάμπερλεν και για τα πρώτα στάδια εφαρμογής της κατά την επαναστρατιωτικοποίηση των βιομηχανικώς περιοχών της Ρηνανίας, ο Quigley εξηγεί:

"Αυτό το γεγονός του Μαρτίου του 1936, με το οποίο ο Χίτλερ επαναστρατιωτικοποίησε τη Ρηνανία, ήταν το πιο κρίσιμο γεγονός στην διαδρομή της πολιτικής του "Κατευνασμού". Για όσο χρονικό διάστημα η περιοχή δυτικά του Ρήνου και η λωρίδα πλάτους 50 χιλιομέτρων στην ανατολική ακτή του ποταμού παρέμεναν αποστρατιωτικοποιημένες, όπως προβλέπονταν στην Συνθήκη των Βερσαλλιών και στις Συμφωνίες του Λοκάρνο, ο Χίτλερ δεν θα τολμούσε ποτέ να κινηθεί εναντίον της Αυστρίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας. Δεν θα τολμούσε γιατί, με την δυτική Γερμανία ανοχύρωτη και γυμνή από Γερμανούς στρατιώτες, η Γαλλία θα μπορούσε εύκολα να εισβάλλει στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, να συνέθλιβε την Γερμανία και να την καθιστούσε έτσι ανίκανη να προελάσει προς τα ανατολικά. Από αυτήν τη χρονική στιγμή κι έπειτα [1936], συγκεκριμένα μέλη της ομάδας Milner και της Βρετανικής κυβέρνησης των Συντηρητικών είχαν συλλάβει την απίθανη ιδέα πως θα μπορούσαν να πετύχουν μ' έναν σμπάρο δυο τρυγόνια, φέρνοντας αντιμέτωπες τη Γερμανία με [τη Σοβιετική Ένωση] στην ανατολική Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο θεωρούσαν πως δύο εχθροί τους θα αλληλοεξουδετερωθούν ή ότι η Γερμανία θα μπορούσε να μείνει ικανοποιημένη με τα πετρέλαια της Ρουμανίας ή το σιτάρι της Ουκρανίας. Δεν πέρασε από το μυαλό κανενός που να κατείχε υπεύθυνη θέση η πιθανότητα η Γερμανία και [η Σοβιετική Ένωση] να τα βρουν, έστω και προσωρινά, ενάντια στη Δύση. Ακόμα λιγότερο περνούσε από το μυαλό τους το ότι [η Σοβιετική Ένωση] θα μπορούσε να νικήσει τη Γερμανία κι έτσι να ανοίξει τις πόρτες της Κεντρικής Ευρώπης για τον Μπολσεβικισμό". [7]

Η διαλυτοποίηση των χωρών ανάμεσα στη Γερμανία και [τη Σοβιετική Ένωση] θα μπορούσε να προχωρήσει ευθύς αμέσως μετά την οχύρωση της Ρηνανίας, χωρίς φόβο από τη μεριά της Γερμανίας ότι η Γαλλία θα μπορούσε να της επιτεθεί στη Δύση, ενώ αυτή ήταν απασχολημένη στην Ανατολή. [8]

Προκειμένου να δημιουργηθούν τελικά κοινά γερμανοσοβιετικά σύνορα, η στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία της Γαλλίας θα έπρεπε πρώτα να εξουδετερωθεί. Οι συμφωνίες του Λοκάρνο σχεδιάστηκαν από τους μανδαρίνους της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής ούτως ώστε να αποτρέψουν τη Γαλλία από το να είναι σε θέση να βοηθήσει στρατιωτικά την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία στην Ανατολική Ευρώπη λειτουργώντας έτσι ως φόβητρο απέναντι στην Γερμανία και τις προσπάθειές της να προσαρτήσει και τα δυο αντολικοευρωπαϊκά κράτη. Ο Quigley γράφει:

Οι Συμφωνίες του Λοκάρνο εγγυούνταν τα σύνορα της Γερμανάς με τη Γαλλία και το Βέλγιο με την εγγύηση των δυνάμεων αυτών των τριών κρατών και επιπρόσθετα της Βρετανίας και της Ιταλίας. Στην πραγματικότητα οι Συμφωνίες αυτές δεν εξασφάλιζαν τίποτα στη Γαλλία, ενώ πρόσφεραν στη Βρετανία τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο σε ότι είχε να κάνει με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη συμμαχία της Γαλλίας με την Πολωνία και την "Μικρή Αντάντ". Οι Γάλλοι αποδέχτηκαν αυτά τα παραπλανητικά έγγραφα για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης (...) Αυτή η παγίδα [όπως αποκαλεί ο Quigley τις Συμφωνίες του Λοκάρνο] αποτελούνταν από αρκετούς αλληλοσυνδεόμενους παράγοντες. Αρχικά, οι συμφωνίες δεν εγγυούνταν τα γερμανικά σύνορα και την αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας από γερμανικές ενέργειες, αλλά ενάντια σε ενέργειες τόσο της Γερμανίας όσο και της Γαλλίας. Αυτό, με τη μία, έδινε στη Βρετανία το δικαίωμα να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε γαλλική ενέργεια ενάντια στη Γερμανία και προς υποστήριξη των συμμάχων της Γαλλίας ανατολικώς της Γερμανίας. Αυτό σήμαινε πως εάν η Γερμανία κινούνταν στα ανατολικά ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, και τελικά [τη Σοβιετική Ένωση], και εάν η Γαλλία επιτείθονταν στα δυτικά σύνορα της Γερμανίας προς υποστήριξη της Τσεχοσλοβακίας ή της Πολωνίας, όπως δεσμεύονταν να κάνει από τις συμμαχίες που είχε συνάψει, η Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο και η Ιταλία, θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι δεσμεύονται από τις Συμφωνίες του Λοκάρνο να προστρέξουν σε βοήθεια της Γερμανίας. [9]

Η αγγλογερμανική Συμφωνία για τη Ναυσιπλοΐα του 1935 είχε επίσης σκόπιμα υπογραφεί από τη Βρετανία προκειμένου να αποτρέψει τους σοβιετικούς από το να προσχωρήσουν στην εξουδετερωμένη στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γαλλίας, Τσεχοσλοβακίας και Πολωνίας. Ο Quigley γράφει:

Τέσσερις μέρες αργότερα, ο Χίτλερ ανακοίνωσε την έναρξη του επανεξοπλισμού της Γερμανίας, και δέκα μέρες μετά από αυτό, η Βρετανία έκανε "τα στραβά μάτια" απέναντι σ' αυτή την κίνηση του Χίτλερ στέλνοντας τον Sir John Simon σε επίσημη επίσκεψη στο Βερολίνο. Όταν η Γαλλία προσπάθησε να εξισορροπήσει τα αποτελέσματα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας με την εισδοχή της Σοβιετικής Ένωσης στο πλέγμα των ανατολικών της συμμαχιών τον Μάη του 1935, οι Βρετανοί απάντησαν σ' αυτό συνάπτοντας το αγγλογερμανικό Σύμφωνο για τη Ναυσιπλοΐα στις 18 Ιούνη 1935. Αυτή η συμφωνία, που ολοκληρώθηκε από τον Simon, επέτρεπε στη Γερμανία να κατασκευάσει πολεμικό στόλο που να φτάνει το 35% του βρετανικού (αυτό το ποσοστό ανέβαινε στο 100% σε ότι αφορούσε τα υποβρύχια). Αυτό αποτέλεσε θανάσιμη μαχαιριά στην πλάτη της Γαλλίας, μιας και έδινε στη Γερμανία τη δυνατότητα να δημιουργήσει πολεμικό στόλο αρκετά μεγαλύτερο από τον γαλλικό στις σημαντικές κατηγορίες πλοίων (θωρηκτά κι αεροπλανοφόρα) επειδή η Γαλλία δεσμεύονταν από Συνθήκη να μπορεί να αναπτύξει το πολεμικό της ναυτικό μόλις στο 33% του βρετανικού. Επιπλέον, η Γαλλία είχε να περιφρουρήσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία και τον εχθρικό ιταλικό στόλο στα ανοιχτά των μεσογειακών της ακτών. Αυτή η συμφωνία εξέθετε τις γαλλικές ακτές του ατλαντικού τόσο πολύ στο έλεος του γερμανικού ναυτικού, που η Γαλλία θα εξαρτιόταν στο εξής πλήρως από το βρετανικό στόλο για να προστατέψει αυτή τη περιοχή. [10]

Το σχέδιο Hoare-Laval χρησιμοποιήθηκε επίσης για να στρέψει τη Γερμανία ανατολικά αντί για νότια προς την Ανατολική Μεσόγειο, την οποία οι Βρετανοί έβλεπαν σαν έναν από τους σημαντικότερους διαύλους που διασφάλιζαν την ενότητα της αυτοκρατορίας τους μιας και συνέδεε - μέσω της Διώρυγας του Σουέζ τη Βρετανία με την Ινδία. Ο Quigley εξηγεί:

Ο κατάλογος των χωρών που προορίζονταν να διαλυτοποιηθούν περιλάμβανε την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και την Αυστρία, δεν περιλάμβανε όμως την Ελλάδα και την Τουρκία, αφού η ομάδα Μίλνερ δεν είχε καμία πρόθεση να επιτρέψει στη Γερμανία να προσεγγίσει τον ζωτικό χώρο της Μεσογείου. Έτσι, ο σκοπός του σχεδίου Hoare-Laval του 1935, το οποίο συνέτριψε το σύστημα συλλογικής ασφάλειας προσπαθώντας να παραχωρήσει το μεγαλύτερο κομμάτι της Αιθιοπίας στην Ιταλία, στόχευε στο να φέρει μια "κατευνασμένη" Ιταλία σε μια θέση στο πλευρό [της Βρετανίας] επιδιώκοντας να εμποδίσει οποιαδήποτε κίνηση της Γερμανίας προς νότο και να την στρέψει συνεπώς προς την ανατολή [ενάντια στη Σοβιετική Ένωση]. [11]

Τόσο η Σοβιετική Ένωση, υπό τον Ιωσήφ Στάλιν, όσο και η Γερμανία, υπό τον Αδόλφο Χίτλερ, συνειδητοποίησαν τελικά τις επιδιώξεις για έναν γερμανοσοβιετιό πόλεμο κι εξ αιτίας αυτής της διαπίστωσης τόσο η Μόσχα όσο και το Βερολίνο υπέγραψαν το αμοιβαίο Σύμφωνο μη επίθεσης πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η γερμανοσοβιετική συμφωνία αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό απάντηση στη στάση των αγγλοαμερικανών. 
Τελικά ήταν εξ αιτίας της αμοιβαίας δυσπιστίας μεταξύ Σοβιετικών και Γερμανών που κατέρρευσε η μεταξύ τους συμμαχία και ο προσδοκώμμενος γερμανοσοβιετικός πόλεμος "καρποφόρησε", δίνοντας το μεγαλύτερο και πιο θανατηφόρο πολεμικό θέατρο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το Ανατολικό Μέτωπο.

Τα αίτια της Ρωσικής τάσης να προστατεύει την Ευρασία.


Με αυτήν τη θεώρηση της αγγλοαμερικανικού στρατηγικού σχεδιασμού για εξασθένιση της Ευρασίας μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός ο ρωσικός στρατηγικός σχεδιασμός και το ρωσικό πλαίσιο σκέψης για την αυτοπροστασία της Ρωσίας μέσω της προστασίας του Ευρωπαϊκού της πυρήνα και την ενοποίηση της Ευρασίας μέσω οργανισμών όπως το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, το Σύμφωνο Συλλογικής Ασφάλειας (Collective Security Treaty Organization - CSTO), η Οργάνωση για τη Συνεργασίας της Σανγκάης (Shanghai Cooperation Organization - SCO) και ρωσικές πολιτικές όπως το Δόγμα Πριμακόφ και η συμμαχία της Μόσχας με το Ιράν και τη Συρία.

Καθώς διαμορφώνονταν οι σφαίρες επιρροής στην Ευρώπη έγινε φανερό ότι η Ελλάδα θα περιέρχονταν στην αγγλοαμερικανική σφαίρα επιρροής, ενώ η Πολωνία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία θα περιέρχονταν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. 

Εξ αιτίας αυτής της αντίληψης για τα γεγονότα ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετικής Ένωσης παρακολουθούσε ενώ οι Έλληνες κομμουνιστές σφαγιάζονταν κι ο βρετανικός στρατός επενέβαινε στον Ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. 

Η αιτία αυτών των συμφωνιών που περιλάμβαναν σφαίρες επιρροής στην Ευρώπη ήταν το γεγονός ότι οι σοβιετικοί ήθελαν να διαμορφώσουν μια ζώνη προστασίας τους από νέες εισβολές από τη Δυτική Ευρώπη, εισβολές που μάστιζαν την ΕΣΣΔ και την Τσαρική Ρωσία.

Στην πραγματικότητα ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ξεκίνησε εξαιτίας της σοβιετικής επιθετικότητας, αλλά εξ αιτίας μιας μακράς ιστορικής τάσης των αγγλοαμερικανικών ελίτ να περικυκλώσουν και να ελέγξουν την Ευρασία. Η Σοβιετική Ένωση τίμησε τη συμφωνία της με τη Βρετανία και τις ΗΠΑ να μην επέμβει στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο της στοίχισε στο επίπεδο των γιουγκοσλαβοσοβιετικών σχέσεων αφού ο Στρατάρχης Τίτο ήρθε σε ρήξη με τον τον Στάλιν πάνω στο ζήτημα. Αυτό όμως, δεν εμπόδισε τις ΗΠΑ και τη Βρετανία από το να κατηγορήσουν ψευδώς τη Σοβιετική Ένωση ότι υποστήριζε τους Έλληνες κομμουνιστές και να κηρύξουν πόλεμο εναντίον των σοβιετικών με το δόγμα Τρούμαν. Αυτή η κίνηση αποτέλεσε μέρος της αγγλοαμερικανικής προσπάθειας περικύκλωσης της Σοβιετικής Ένωσης και ελέγχου της Ευρασίας. Σήμερα αυτή η πολιτική, που προϋπήρξε του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και βοήθησε στην πυροδότηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει αλλάξει, και οι αγγλοαμερικανικές ελίτ, όπως ο Ζμπίγνιεφ Μπρεζίνσκι, εξακολουθούν να μιλούν για διαμελισμό της Ρωσίας, του διάδοχου κράτους της ΕΣΣΔ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η Βρετανική ελίτ, όμως, είχε καταφέρει να βρει θέση δίπλα στην ευρωστία της οικονομίας των ΗΠΑ, σχηματίζοντας την αγγλοαμερικανική ελίτ και αποσπώντας τον εαυτό της από τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των Βρετανών πολιτών.
[2] Mahdi Darius Nazemroaya, Plans for Redrawing the Middle East: The Project for a “New Middle East”, Centre for Research on Globalization (CRG), November 18, 2006.
[3] Mahdi Darius Nazemroaya, The “Great Game”: Eurasia and the History of War, Centre for Research on Globalization (CRG), December 3, 2007.
[4] Σ' αυτό το σημείο η Κίνα περιορίζονταν ήδη από την Ιαπωνία, και πρωτύτερα από τις συνδυασμένες πιέσεις των πολιτικών της Ρωσίας, της Ιαπωνίας και της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό θα άφηνε την Γερμανία α την ΕΣΣΔ σαν τις δύο κύριες απειλές γα τα αγγλοαμερικανικά συμφέροντα.
[5] Carroll Quigley, The Anglo-American Establishment: From Rhodes to Cliveden (San Pedro, California: GSG & Associates Publishers, 1981), σελ. 240.
[6] όπως πριν, σελ. 266.
[7] όπως πριν, σελ. 265.
[8] όπως πριν, σελ. 272.
[9] όπως πριν, σελ. 264.
[10] όπως πριν, σελ. 269-270.
[11] όπως πριν, σελ. 273.

(*) Ο Mahdi Darius Nazemroaya είναι βραβευμένος συγγραφέας και γεωπολιτικός αναλυτής. Συγγραφέας του βιβλίου "The Globalization of NATO" και του προς έκδοση "The War on Libya and the Re-Colonization of Africa". Έχει επίσης συνεισφέρει σε σειρά άλλων βιβλίων με θέματα που ποικίλουν από την πολιτισμική κριτική μέχρι τις διεθνείς σχέσεις. Είναι κοινωνιολόγος και συνεργάτης ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας για την Παγκοσμιοποίηση ( Centre for Research on Globalization - CRG), συνεργάτης του Strategic Culture Foundation - SCF της Μόσχας και μέλος της Scientific Committee of Geopolitica στην Ιταλία.

Αναδημοσίευση από:Η ΣΠΙΘΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια :