Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Η υποχώρηση του ΔΣΕ και το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Του Γιώργου Πετρόπουλου 

«Οφείλουμε να δηλώσουμε στις κυβερνήσεις: ξέρουμε ότι είστε ένοπλη δύναμη, στραμμένη κατά του προλεταριάτου. Εμείς θα δράσουμε εναντίον σας ειρηνικά, εκεί όπου αυτό θα είναι για μας δυνατό, και ένοπλα, όταν αυτό γίνει αναπόφευκτο».

Καρλ Μαρξ [1]

Στις 30 Αυγούστου του 1949 οι αθηναϊκές εφημερίδες κυκλοφορούσαν φιλοξενώντας στην πρώτη τους σελίδα την είδηση πως ο Γράμμος, το τελευταίο προπύργιο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, έπεσε στα χέρια του κυβερνητικού στρατού.
«Κατά δημοσιογραφικάς πληροφορίας εκ του μετώπου του Γράμμου άπαντα τα κατεχόμενα υπό των συμμοριτών υψώματα περιήλθον εις τας χείρας των ημετέρων. Από της στιγμής ταύτης ουδεμία αντίστασις υφίσταται εις τον Γράμμον», έγραφε η Καθημερινή. Και πρόσθετε: «Η απώλεια το Γράμμου αποτελεί σκληρότατον πλήγμα δια τον συμμοριτισμόν»[2].

Οι ειδήσεις ήταν ακριβείς, αλλά ο Τύπος δεν ήταν, προσωρινά, σε θέση να αντιληφθεί την σημασία τους. Ο Γράμμος είχε περάσει στα χέρια των αντιπάλων του ΔΣΕ. Όμως αυτό δεν αποτελούσε απλά ένα σκληρότατο στρατιωτικό πλήγμα σε βάρος των ανταρτών. Σήμαινε την ήττα τους και φυσικά την λήξη του τρίχρονου εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Μια ημέρα μετά το γεγονός αυτό θα καταγραφόταν και στις σελίδες του Τύπου των Αθηνών. «Μετά τον Γράμμον- έγραφε η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ[3]- δεν υπάρχει πλέον επί ελληνικού εδάφους οργανωμένος εχθρός. Υπάρχουν διάσπαρτοι ολιγομελείς και απέλπιδες ομάδες, καταδικασμέναι εις βεβαίαν εξόντωσιν».

Η σύμπτυξη των δυνάμεων του ΔΣΕ προς το κέντρο του μετώπου του Γράμμου και η οργάνωση της υποχώρησης προς την Αλβανία άρχισε από το μεσημέρι της 28ηςΑυγούστου. Στις 29 με 30 του μηνός έπεσε και το ύψωμα Κάμενικ οπότε τα πάντα είχαν φτάσει στο τέλος τους. «Τη νύχτα της 29ης Αυγούστου 1949- γράφει ο Β. Μπαρτζιώτας[4]- με την βοήθεια όλων των στελεχών του ΔΣΕ και ιδιαίτερα των μελών της ΚΕ του ΚΚΕ, περάσαμε στην Αλβανία, οργανωμένα, χωρίς ο κυβερνητικός στρατός να εξοντώσει ή να συλλάβει αιχμαλώτους έστω και ένα μικρό τμήμα του ΔΣΕ. Έπιασε μόνο μεμονωμένους μαχητές μας που ξεκόπηκαν από τις μονάδες τους κι έχασαν τον προσανατολισμό τους».

Από την αντίπαλη πλευρά, ένας από τους πρωτεργάτες της νίκης του κυβερνητικού στρατού, ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος περιγράφει ως εξής τις τελευταίες ημέρες του πολέμου[5]: «Στας 28 Αυγούστου η κίνησις ήτο σχεδόν άνευ αντιστάσεως και το βράδυ τα τμήματά μας ολοκλήρωσαν τον Β. Γράμμον και εξεχύνοντο προς κατάληψιν του Ν. Γράμμου. Τα τμήματά μας εσημείωσαν με φωτιές χαράς και αποδείξεως την κατάληψιν των συνόρων… Στις 29 Αυγούστου στας 5μ.μ. κατελήφθη από τους καταδρομείς του Ρούσσου η Μπάρα του Ν. Γράμμου. Την 30ν Αυγούστου, στας 5μ.μ., η VIII Μεραρχία κατέλαβε το Κάμενικ. Στας 10 το πρωί κάθε αντίστασις εσταμάτησε παντού».

Άνιση αναμέτρηση


Για την τελική σύγκρουση με το ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι ο κυβερνητικός στρατός εφάρμοσε το σχέδιο με την κωδική ονομασία «ΠΥΡΣΟΣ», η εκτέλεσή του οποίου προβλεπόταν να γίνει σε τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Α'» 2- 8/8/1949) προβλέπονταν μέτριες παραπλανητικές επιθέσεις στο Γράμμο με σκοπό να δημιουργηθεί η αίσθηση στον ΔΣΕ ότι εκεί θα ξεδιπλωνόταν η κύρια επίθεση του αντιπάλου του ώστε να καθηλωθούν οι δυνάμεις του[6]. Κατά τη δεύτερη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Β'» 10- 16/8/1949) το σχέδιο προέβλεπε ότι η κύρια ενέργεια του κυβερνητικού στρατού, μετά την εφαρμογή του «ΠΥΡΣΟΣ Α'», θα εξελισσόταν στην περιοχή του Βίτσι με σκοπό την κατάληψη της και την εξόντωση των ανταρτών[7]. Τέλος η τρίτη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Γ'» 24- 30/8/1949) προέβλεπε αποφασιστική ενέργεια, στην περιοχή του Γράμμου με σκοπό την κατάληψή της και την καταστροφή των ανταρτικών δυνάμεων, καθώς και φράξιμο των Αλβανικών συνόρων, για να μην υπάρχει καμιά διέξοδος στις δυνάμεις του ΔΣΕ[8].

Στην τελική σύγκρουση ο κυβερνητικός στρατός έριξε στη μάχη 8 μεραρχίες (VIII, I, X, II, III καταδρομών, IX, XV, XI), δύο ανεξάρτητες ταξιαρχίες, 14 ελαφρά τάγματα πεζικού, 150 περίπου πεδινά και ορειβατικά πυροβόλα, πλήθος αεροπλάνων, 200 άρματα μάχης και πολλά τεθωρακισμένα. Το σύνολο δύναμης υπολογίζεται πολύ πάνω από 100.000 άνδρες. Ορισμένοι μάλιστα ερευνητές παρουσιάζουν εντυπωσιακά υψηλότερα νούμερα. Ο Σ. Γρηγοριάδης[9] κάνει λόγο για 180.000 άνδρες, ο Τ. Βουρνάς[10] για τουλάχιστον 150.000 ενώ ο Γ. Μαργαρίτης σημειώνει πως το Στρατηγείο Ηπείρου κα Δυτικής Μακεδονίας στο όποίο είχε πέσει τα κύριο βάρος της επίθεσης κατά του ΔΣΕ είχε στη διάθεσή του συνολικό αριθμό ανδρών που «πιθανότατα άγγιζε τους 200.000»[11].

Απέναντι σ' αυτή τη δύναμη του αντιπάλου ο ΔΣΕ είχε να αντιπαρατάξει 8.800 περίπου μαχητές παραταχτή δύναμη στο Βίτσι και 6.500 περίπου μαχητές στο Γράμμο[12]. Επίσης διέθετε 45 ορειβατικά πυροβόλα, 15 αντιαεροπορικά και 27 αντιαρματικά. Το πολεμικό του υλικό δεν ήταν αρκετό και οι εφεδρείες του ήταν μηδενικές[13].

Εκ των πραγμάτων λοιπόν επρόκειτο για μια άνιση αναμέτρηση που το αποτέλεσμά της δεν μπορούσε παρά να είναι αναμενόμενο.

Οι βαθύτερες αιτίες της ήττας


Αν ο δραματικά αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού τον Αύγουστο του ’49 εξηγεί την έκβαση εκείνης της μάχης, καθόλου δε αποτελεί απάντηση στο ερώτημα γιατί χάθηκε ο πόλεμος για τους αντάρτες και γιατί κερδήθηκε από τους αντιπάλους τους. Στο ερώτημα αυτό επιχείρησαν να απαντήσουν μελετητές και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Ο στρατηγός Δ. Ζαφειρόπουλος για παράδειγμα θεωρεί πως ο ΔΣΕ ηττήθηκε γιατί η αντίπαλη πλευρά είχε τη βρετανική και την αμερικανική υποστήριξη, επειδή προκλήθηκε ρήξη ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και στο Γραφείο Πληροφοριών με αποτέλεσμα ο ΔΣΕ να χάσει το μηχανισμό στήριξης και ενότητας των δυνάμεων του, γιατί ο κυβερνητικός στρατός ενισχύθηκε με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, γιατί ο ΔΣΕ εγκατέλειψε μερικώς την αντάρτικη τακτική και τέλος, επειδή η μεγάλη διάρκεια του πολέμου- τρία χρόνια- λειτούργησε σε βάρος των ανταρτών[14].

Πολλές από τις αιτίες της που καταγράφει ο Ζαφειρόπουλος τις έχει επισημάνει και το ΚΚΕ σε κομματικά του σώματα ενώ μελέτες κομμουνιστών ιστορικών και ερευνητών ως βασική αιτία της ήττας προσδιορίζουν το γεγονός ότι η ηγεσία του κινήματος και του κόμματος δεν ξεκίνησαν αποφασιστικά τον νέο ένοπλο αγώνα με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος, να μην λυθεί το πρόβλημα δύναμης και εφεδρειών του ΔΣΕ και να μην δοθεί το αποφασιστικό στον αντίπαλο τότε που έπρεπε, όταν δηλαδή αυτός δεν είχε ακόμα οργανωθεί[15]. Η αλήθεια αυτών των επισημάνσεων έχει ομολογηθεί και από την αντίπαλη πλευρά. Ο Ευαγγ. Αβέρωφ για παράδειγμα σημειώνει πως «αν το 1946 και 1947 όσοι πίστευαν στο ΚΚΕ είχαν καταταγή στον Δημοκρατικό Στρατό, οι μαχητές του θα είχαν ταχύτατα υπερβή τις 50.000» και «ο Μάρκος θα βρισκόταν στην ανάγκη να αρνηθή τη στράτευση μερικών δεκάδων χιλιάδων εθελοντών». Και προσθέτει: «Εάν κατά το 1947 ο Μάρκος διέθετε 50.000 μαχητάς, το τέλος του αγώνος θα ήταν διαφορετικό. Ένας συμβιβασμός ευνοϊκός για το ΚΚΕ θα ήταν πολύ πιθανός. Το τέλος θα ήταν ενδεχομένως διαφορετικό αν είχε φθάσει αυτόν τον αριθμό έστω και πριν ακόμη χρησιμοποιηθή πλήρως το αμερικανικό πολεμικό υλικό, δηλαδή προ του τέλους του 1948» [16].

Η επόμενη ημέρα μετά την ήττα


Παρά τις προσδοκίες των αντιπάλων του, ο Δημοκρατικός Στρατός δεν συντρίφτηκε τον Αύγουστο του 1949 αλλά υποχώρησε συντεταγμένα αδυνατώντας να συνεχίσει τον πόλεμο. Το γεγονός αυτό είναι, πλέον, ευρέως αποδεχτό και αποδεικνύεται και από τα επίσημα στοιχεία του κυβερνητικού στρατού τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τη έκθεση που συνέταξε και παρέδωσε στους ανωτέρους του ο στρατηγός Θρ. Tσακαλώτος στις 14/9/1949 στη διάρκεια της τρίτης φάσης της Επιχείρησης «ΠΥΡΣΟΣ» («ΠΥΡΣΟΣ Γ'» 24- 30/8/1949), ο κυβερνητικός στρατός, τόσο κατά τις παραπλανητικές όσο και κατά τις κύριες ενέργειες, είχε τις παρακάτω απώλειες: Νεκροί αξιωματικοί 24. Τραυματίες αξιωματικοί 154 και αγνοούμενοι αξιωματικοί 2. Νεκροί οπλίτες 358. Τραυματίες οπλίτες 2.054 και αγνοούμενοι οπλίτες 31. Για τον ΔΣΕ, τα αντίστοιχα στοιχεία που δίνει ο Τσακαλώτος είναι: Νεκροί 1.074, συλληφθέντες 765 και παραδοθέντες 228[17]. Είναι πολύ πιθανό ο Τσακαλώτος να υπερβάλει σχετικά με τις απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού- κάτι που συνηθίζεται, γενικά, στις πολεμικές αναμετρήσεις κι απ’ τις δύο πλευρές των αντιπάλων. Όμως ακόμη κι αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των συλληφθέντων και παραδοθέντων ανταρτών κάθε άλλο παρά μαρτυράει συντριβή ή και κατάρρευση του ΔΣΕ και δικαιώνει τη μαρτυρία του Β. Μπαρτζιώτα που αναφέραμε στην αρχή. Στα χέρια του κυβερνητικού στρατού έπεσαν αντάρτες που αποκόπηκαν από τα τμήματα τους, πιθανόν τραυματίες που έμειναν πίσω και φυσικά πολιτικό προσωπικό που δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τα υποχωρούντα στο αλβανικό έδαφος τμήματα. Έτσι έχει απόλυτα δίκαιο ο Γ. Μαργαρίτης ο οποίος γράφει[18]: «Η πρόκληση τέτοιας έκτασης απωλειών στους επιτιθέμενους, σε συνδυασμό με την συγκροτημένη υποχώρηση των μονάδων του ΔΣΕ και τον μικρό αριθμό παραδοθέντων υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η τελευταία μάχη του ΔΣΕ δεν πιστοποίησε την καταστροφή του. Πιστοποίησε μόνο την αδυναμία συνέχισης του πολέμου με τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων.».

Στο έδαφος της Αλβανίας και των άλλων λαϊκών δημοκρατιών δεν υποχώρησαν μόνο τμήματα του ΔΣΕ αλλά και χιλιάδες πολίτες που υποστήριζαν τον αγώνα των ανταρτών και υποχρεώνονταν, από το να δοκιμάσουν το μαχαίρι του νικητή στο λαιμό τους, να πάρουν το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Τα επίσημα στοιχεία του ΚΚΕ, που κατατέθηκαν στην Τρίτη Συνδιάσκεψη του κόμματος (10- 14/10/1950) κάνουν λόγο 55.881πολιτκούς πρόσφυγες (αντάρτες και πολίτες) οι οποίοι σε αρχική φάση κατανεμήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες ως εξής[19]: Ρουμανία: 9.100, Τσεχοσλοβακία: 11.941, Πολωνία: 11.458, Ουγγαρία: 7.253, Βουλγαρία: 3.021, Γερμανία: 1.128 και Σοβιετική Ένωση: 11.980.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεκίνησαν μια καινούργια ζωή. Πήγαν σε σχολεία και πανεπιστήμια, ειδικεύτηκαν σε διάφορες εργασίες, αγωνίστηκαν για να διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες και να πολλαπλασιάσουν τις δυνατότητές τους με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα γύριζαν για να προσφέρουν στον τόπο τους. Τι γινόταν όμως με τους συντρόφους τους που είχαν μείνει πίσω;

Σε ότι αφορά τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα η τύχη που τους περίμενε ήταν συνήθως εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες. Ακριβή στοιχεία για το μακελειό που συνέβηκε τότε, αν κι έχει περάσει περισσότερο από μισός αιώνας, δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί- αν υποθέσουμε ότι καταγράφηκαν ποτέ. Φαίνεται πάντως πως λίγοι από τους άτυχους εκείνους αντάρτες κατάφερναν να γλιτώσουν από τα αιμοβόρα ένστικτα των νικητών.

Επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν, επίσης, και για τις εκτελέσεις αγωνιστών που έγιναν, ύστερα από δικαστικές αποφάσεις. Σύμφωνα πάντως με ανεπίσημα στοιχεία από τον Ιούλιο του 1946 ως τον Οκτώβριο του 1951 επιβλήθηκαν συνολικά 7.500 θανατικές καταδίκες με το Γ’ Ψήφισμα και τον Α.Ν. 509/1947, από τις οποίες 4.000 με 5.000 εκτελέστηκαν[20].

Σκοτάδι καλύπτει και το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων. Στις 12/10/1951 το κράτος των Αθηνών αναγνώριζε επίσημα ότι μέχρι την 1η Οκτωβρίου του ιδίου έτους, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων ανέρχονταν στις 14.069. Απ’ αυτούς οι 3.103 ήταν στη δικαιοδοσία των κακουργιοδικείων για «αδικήματα» συνδεόμενα με τη δράση του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ στην κατοχή και οι 10.966 ήταν στη δικαιοδοσία των εκτάκτων στρατοδικείων για «αδικήματα» συνδεόμενα με τον εμφύλιο πόλεμο[21]. Χωρίς αμφιβολία τα στοιχεία αυτά είναι ελλιπή. Δεν καταγράφουν τους έγκλειστους στρατιώτες στο κάτεργο της Μακρονήσου, διότι δεν θεωρούνταν πολιτικοί κρατούμενοι αλλά φαντάροι που υπηρετούσαν την θητεία τους. Επίσης δεν καταγράφονται και οι χιλιάδες των πολιτών που ούτε είχαν δικαστεί, ούτε δίκη περίμεναν αλλά κρατούνταν γενικώς και ανακρίνονταν επί πολλά έτη[22].

Την εικόνα συμπληρώνουν οι καθημερινές διώξεις που βίωναν οι «ελεύθεροι» κομμουνιστές, αριστεροί και δημοκρατικοί πολίτες με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, τη συνεχή αστυνομική επιτήρηση, το φακέλωμα, τη δράση του λεγόμενο παρακράτους και τις συνεχείς ψυχολογικές και άλλου χαρακτήρα πιέσεις να αποκηρύξουν τις ιδέες τους και να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας. Επρόκειτο για μια επιχείρηση καταστολής, σε αδιάκοπη συνέχεια με τη Λευκή τρομοκρατία της μεταβαρκιζιανής περιόδου και της περιόδου του Εμφυλίου που όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ν. Αλιβιζάτος[23]«πήρε διαστάσεις χωρίς προηγούμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας».

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ




[1] Κ. Μαρξ- Φ. Ένγκελς: «Για τον αναρχισμό», εκδόσεις Καζάντζα, σελ. 270

[2] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30/8/1949

[3] ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 31/8/1949

[4] Β. Μπαρτζιώτα: «Εξήντα χρόνια Κομμουνιστής», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 311

[5] Θρ. Τσακαλώτου: «40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλάδος», Αθήναι 1960, τόμος β’, σελ. 278.

[6] Δ. Ζαφειρόπουλου:«Αντισυμμοριακός Αγών 1945- 1949», Αθήναι 1956, σελ. 599- 600

[7] στο ίδιο, σελ. 602

[8] στο ίδιο, σελ. 625

[9] Σ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941- 1974», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 3ος, σελ. 372

[10] Τ. Βουρνάς: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας- Ο εμφύλιος», εκδόσεις Τολίδη, σελ. 354

[11] Γιώργος Μαργαρίτης: «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946- 1949», εκδόσεις Βιβλιόραμα, τόμος 2ος, σελ. 498

[12] Δ. Βλαντά: «Εμφύλιος πόλεμος 1945- 1949», εκδόσεις ΓΡΑΜΜΗ, β’ ημίτομος, σελ. 254 και 258

[13] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», τόμος Α’, εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 617

[14] Δ. Ζαφειρόπουλου, στο ίδιο, σελ. 657- 660

[15] «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», σελ. 621

[16] Ευαγγ. Αβέρωφ- Τοσίτσα: «Φωτιά και Τσεκούρι», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 478

[17] Γενικό Επιτελείο Στρατού/ Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού: «Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου», σελ. 552

[18] Γιώργος Μαργαρίτης, στο ίδιο σελ. 552

[19] «III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ- Εισηγήσεις, Λόγοι, αποφάσεις», Αύγουστος 1951, Μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 266- 267

[20] Ν. Αλιβιζάτου: «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922- 1974», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 520

[21] Εισηγητική έκθεση στο Νόμο 2058/1952 «περί μέτρων ειρηνεύσεως» και Ρούσος Κούνδουρος: «Η Ασφάλεια του καθεστώτος», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 133

[22] Ρ. Κούνδουρος, στο ίδιο, σελ. 143.

[23] Ν. Αλιβιζάτου, στο ίδιο , σελ. 519



Δεν υπάρχουν σχόλια :