Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Νεόκοπος μεταρρυθμισμός και κυβερνητικές αυταπάτες

Του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

"...Οι οπαδοί του κυβερνητισμού - κοινοβουλευτι­σμού και του νεο-μεταρρυθμισμού, με φανατι­σμό νεοπροσύλητου, δεν θέτουν μόνο μια θεω­ρητική και πολιτική πρόταση προς συζήτηση και γόνιμο προβληματισμό. Την ανάγουν σε απόλυ­τη και μοναδική αλήθεια: Μονόδρομος της με­τάβασης είναι ένας κοινοβουλευτικός περίπα­τος (όχι η ταξική αξιοποίηση του αστικού κοι­νοβουλίου), ένας απρόσκοπτος κυβερνητισμός, ενώ μια διαρκής εξελικτική διαδικασία «διαρ­θρωτικών μεταρρυθμίσεων», αυτοχαρακτηρί­ζεται «ξεκίνημα της επαναστατικής διαδικασί­ας» και προώθηση της..."


Η επιχείρηση καπιταλιστικής ανασυγκρότησης στο φάσμα των στόχων της εντείνει την επίθεση της και στην αντικαπιταλιστική - επαναστατική Αριστερά με άμεσες και έμμεσες μορφές. Δεν αιθεροβατούμε. 'Όχι κυρίως λόγω του υπαρκτού μεγέθους και της επιρροής της, που σημειώνει όμως αξιοσημείωτη αυξητική τάση, αλλά περισσότερο λόγω της δυνατότητας, υπαρκτής σε συνθήκες κρίσης, όπου αποδειγμένα το μικρό και το μεγάλο αλλάζουν θέση, επικίνδυνης εκτίναξης της επιρροής της. 



«Εκκαθάριση» αριστερού εδάφους 



Παράλληλα, σε συνθήκες της στρατηγικής για το σύστημα ανασυγκρότησης του νέου διπολισμού, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η «εκκαθάριση» του αριστερού εδάφους πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να περιορίζεται η επιρροή και η όσμωση με την αριστερή του πτέρυγα. 


Σε αυτές τις συνθήκες, εννοείται η ρεφορμιστική αντίληψη ήπιων και ανεκτών από το σύστημα μεταρρυθμίσεων, οριακά έστω βελτιωτικών, σε μιαν καθημαγμένη κοινωνία. Η ρεφορμιστική αντίληψη όμως διαπερνά και αριστερά τμήματα, στην κορυφή και τη βάση. 


Απηυδισμένα από τη βιαιότητα και αναλγησία του αντιπάλου, την αναντίστοιχη προς την επίθεση αντίδραση των μαζών (περίοδοι πλημμυρίδας αλλά και άμπωτης) και με ροπή σε ταλαντεύσεις, αναζητούν διαφυγή και «λύση» σ ένα νεόκοπο μεταρρυθμισμό. μεταβαπτισμένο σ' επανάσταση και στην ασφάλεια των αστικοδημοκρατικών θεσμών του κράτους. 


Ο μεταρρυθμισμός όλων των αποχρώσεων και ο κοινοβουλευτισμός -κυβερνητισμός, απολυτοποιούμενοι και ουδετεροποιούμενοι προς το αστικό κράτος και σύστημα, είναι ο δίδυμος ιός που στοιχειώνει την εργατική τάξη και το κίνημα της από τα πρώτα βήματα της παρουσίας της ως ανεξάρτητης πολιτικής δύναμης (μέσα 19ου αιώνα) αντανακλώντας την αναπόφευκτη ιδεολογικοπολιτική επίδραση της αστικής τάξης σε αυτήν. 


Στη σύγχρονη συγκυρία, πολιτικά ρεύματα και διανοούμενοι που ρέπουν προς το μεταρρυθμισμό, δεν είναι οριστικά αλωμένοι απ' αυτόν, όπως οι ενσωματωμένοι ρεφορμιστές. Αποδέχονται την αξία χρήσης της μαρξιστικής θεωρίας, παραμένουν στα πολιτικά όρια της αντικαπιταλιστικής -επαναστατικής Αριστεράς. Επειδή όμως η ταλάντευση, ποικίλλουσα κατά περίπτωση, δεν διαρκεί αιώνια, η επαναστατική Αριστερά επωμίζεται επιτακτικά πλέον το καθήκον (υπαρκτό και αναγκαίο ούτως ή άλλως) να ηγεμονεύσει στο ριζοσπαστικό και στον ευρύτερο, όσο το δυνατόν, αριστερό χώρο. 


Η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να αντεπιτεθεί. Το απαιτούν τα αυξανόμενα προβλήματα αλλά και οι αυξανόμενες δυνατότητες της. Με όπλο της το ανανεωμένο, προσαρμοσμένο στη συγκυρία πρόγραμμα, την τεκμηρίωση της επιστημονικότητας και εφικτότητας του, πρέπει να επιδιώξει έναν ευρύτατο διάλογο. Σε αυτήν τη διαδικασία πρέπει να αναδειχτούν και όχι να συγκαλυφθούν οι διαφορές για το χαρακτήρα και το ρόλο της επαναστατικής Αριστεράς, την τακτική και τη στρατηγική, το κράτος, την κυβέρνηση, τα μέτωπα, την οικονομία. Όχι με αφορισμούς, προσβλητικούς πολιτικούς χαρακτηρισμούς, διάλογο κουφών. Ο συντροφικός, καλοπροαίρετος αλλά και ειλικρινής (όχι με σοφιστείες και στρεβλώσεις) διάλογος, είναι για όλους ωφέλιμος. Μεταρρύθμιση λοιπόν ή επανάσταση; Το παλιό ερώτημα (Ρ. Λούξεμπουργκ) είναι άκρως σύγχρονο. 


Θεοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας 



Ο στόχος της αλλαγής ως κοινό αίτη­μα (με διαμετρικές αντιθέσεις) της Αριστεράς εύλογα θέτει το ερώτη­μα του φορέα της αλλαγής. Η με­γάλη πλειοψηφία του κόσμου ταυ­τίζει το φορέα αυτό με την κυβέρνηση, άρα και ο κόσμος της Αριστεράς (στην πλειοψη­φία του) με μιαν αριστερή κυβέρνηση. Τελευ­ταία μάλιστα η έννοια της αριστερής κυβέρ­νησης προβάλλεται έντονα και στον ευρύτερο χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Εί­ναι τόσο ριζωμένη στη συνείδηση του πολίτη η πεποίθηση ότι αποκλειστικά η κυβέρνηση λύνει ή δεν λύνει τα προβλήματα, ώστε συνή­θως εκδηλώνει την προτίμηση του σε μια κυβέρνηση με γνώμονα μιαν επιδερμική απλώς αντίληψη της ιδεολογίας και της πολι­τικής της, χωρίς να εξετάζει σοβαρά το χαρακτήρα των προβλημάτων, το πρόγραμμά της, τον πραγματικό πο­λιτικό της χαρακτήρα. Πολύ περισσό­τερο, δεν προβληματίζεται αν τα επί­δικα προβλήματα (για παράδειγμα, ριζικές αλλαγές) μια κυβέρνηση, ακόμη και προοδευτική (αν υπάρξει), μπορεί να τα λύ­σει στο πλαίσιο του συστήματος ή αν λύνονται με εξωκοινοβουλευτικό αγώνα των εργαζο­μένων. 


Αυτή η αντιμετώπιση δεν είναι προ­ϊόν καμιάς ανοησίας των Ελλήνων, αλλά της αδιάλειπτης και μεθοδικής πλύσης εγκεφά­λου από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς (ιδι­ωτικούς και δημόσιους) της άρχουσας τάξης. Μάλιστα, αυτή η θεοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας εκφράζεται ακόμη και από πολιτι­κούς και διανοούμενους της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που επαινούν τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί απλώς έπιασε τον παλμό του κόσμου και πρότεινε την εναλλακτική πρόταση που αυτός απαιτούσε χωρίς να συνεξετάζουν αν η πρό­ταση ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. 


Πώς καλλιεργείται όμως η αντίληψη της παντοδυναμίας και ουδετερότητας της κυβέρ­νησης; 


Πρώτο, με τη συστηματική, εξ απαλών ονύχων, ιδεολογική χειραγώγηση. 


Δεύτερο, με το γενικό εκλογικό δικαίωμα, που ενισχύ­ει την αντίληψη ουδετερότητας του αστικού κοι­νοβουλίου και της κυβέρνησης. 


Τρίτο, με την ταύτιση της κυβέρνησης με την κρατική εξου­σία και την άγνοια του πολιτικού συστήμα­τος. 


Τέταρτο, με την κυριαρχία των πελατεια­κών θεσμών και κυρίαρχη την κυβέρνηση, τη Βουλή, τα αστικά κόμματα στο ρόλο αυτό. 


Πέ­μπτο, από την απουσία μεγάλων νικών του κι­νήματος τα τελευταία χρόνια και τις απεργοσπαστικές και αυταρχικές επιδόσεις των μνημονιακών κυβερνήσεων.
Έκτο, με τη λεγκαλιστική αυταπάτη ότι η κυβέρνηση είναι αταλά­ντευτος προστάτης των νόμων και των δίκαι­ων αιτημάτων των πολιτών. Αυτοί οι παράγοντες σε γενικές γραμμές, εξηγούν τις αυταπά­τες του κλασικού και νέου ρεφορμισμού. 


Ισχύουν όμως, ιδίως για το νέο μεταρρυθμισμό και ιδιαίτεροι παράγοντες: 


Πρώτο, η υπερεκτίμηση και απολυτοποίηση της επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ με την επίκληση απ' αυτόν της αριστερής κυβέρνησης. 


Δεύτερο, πιστεύ­εται ότι ο αριστερός που παρασύρθηκε από την αριστερή ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την δεξιά του παρέκκλιση, θα πειστεί από μια πραγματική αριστερή κυβερνητική πρόταση. 


Τρίτο, η αυταπάτη για το χαρακτήρα του κρά­τους. Η αντίληψη ότι οι θεσμοί που νομιμο­ποιούνται από τη γενική ψήφο είναι ουδέτε­ροι και κυρίαρχοι στο αστικό κράτος (κυβέρ­νηση, Βουλή, Τοπική Αυτοδιοίκηση). Οι θε­σμοί αυτοί θεωρούνται από το ρεφορμισμό «αδύνατος κρίκος» του αστικού κράτους. Ο δούρειος ίππος, με τον οποίο μπορούν να πα­ρεισφρήσουν με την εκλογική ετυμηγορία οι δυνάμεις της αλλαγής δρώντας νόμιμα, για να μεταλλάξουν το κράτος και την οικονομία και μάλιστα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ο αστικοδημοκρατικός φετιχισμός τους κορυφώνε­ται από τη σχετική φαινομενικότητα της λή­ψης των αποφάσεων από το δίπολο κοινοβού­λιο - κυβέρνηση. 


Η έννοια «δεν μπορεί το κίνημα -θα μπορέσει η κυβέρνηση» αποδίδε­ται παραστατικά από ένα γνωστό μύ­θο: Οι Έλληνες πολιορκούν επί δέκα χρόνια την Τροία, χωρίς να κατορθώ­σουν να την εκπορθήσουν. Αποφασί­ζουν λοιπόν να αλλάξουν τακτική και να αλώ­σουν την Τροία από μέσα. Κατασκευάζουν το Δούρειο Ίππο, στην κοιλιά του οποίου κρύ­βονται οι επίλεκτοι Έλληνες (σαν να λέμε η αριστερή κυβέρνηση). Οι Τρώες εισάγουν το Δούρειο Ίππο στην πόλη και οι επίλεκτοι Έλληνες κάμπτουν την αντίσταση τους, με την επικουρία και του εξωτερικού στρατού. 


Κατ' αναλογία με την εικόνα, συμπεραί­νουμε για την αντίληψη της προτεραιότητας της αριστερής κυβέρνησης. Πρώτο, διαπι­στώνεται όχι μια συγκυριακή αδυναμία αλλά η «φύσει» αδυναμία του κινήματος (τελειωτι­κή) να νικήσει τον αντίπαλο. Δεύτερο, ανα­λαμβάνει ρόλο εκπορθητή, κυρίαρχο και καθοριστικό η «αριστερή» κυβέρνηση, που βαθ­μιαία δημιουργεί ρήγματα στο φρούριο, μέ­χρι ολοκληρωτικής κατίσχυσης. Τρίτο, το κί­νημα δεν αποχωρεί ούτε αδρανεί. Παραμένει στη σκηνή, σ' ένα ρόλο δευτερεύοντα και βο­ηθητικό, πολεμώντας απ' έξω, ενώ η αποφα­σιστική μάχη για την κυριότητα του φρουρί­ου (εξουσία), δίνεται στο εσωτερικό του. Τέ­ταρτο, η αντίληψη του κυβερνητισμού σαφώς συνδέεται με την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, που περιχαρακώνει το συνδικαλιστικό και το εν γένει κίνημα στον περίβολο ανεκτών από το σύστημα, τη συγκυρία και την αστική νομιμότητα διεκδικήσεων. 


Σε μια παραλλαγή, ο ρεφορμισμός μη αναγνωρίζοντας στο κίνημα τη δυνατότητα να προκαλέσει ρήγμα­τα και τελικά την επαναστατική ανα­τροπή του καπιταλισμού (αν και προ­σπαθούν να το συγκαλύψουν με τη δυ­σερμήνευτη ιδιόλεκτο τους), μηδενίζο­ντας την αντικαπιταλιστική ανατροπή ως διά μαγείας, παρωδώντας τέλος τη σοσιαλιστική επανάσταση με την «επί­θεση στα χειμερινά Ανάκτορα», που αδυνατεί βέβαια να καταλάβει την εξουσία στις σύγχρονες δυτικές κοι­νωνίες, αναγορεύει την αριστερή κυ­βέρνηση σε κυρίαρχο και καθοριστικό παράγοντα του μετασχηματισμού κρά­τους και οικονομίας. Στο πλαίσιο βέ­βαια της αστικής νομιμότητας, χωρίς επανάσταση, αφού την απαξιώνουν ως «στιγμιαία έφοδο», επιφυλάσσο­ντας για το κίνημα έναν δευτερεύοντα ρόλο καθοδηγούμενο από την ηγεμονική αριστε­ρή κυβέρνηση. 


Η ιστορική πραγματικότητα όμως είναι ολοκληρωτικά απορριπτική γι' αυτή τη θέση: Όλες οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις -στην τωρινή συγκυρία ακόμη και οι δευτερεύου­σες- και φυσικά η κάθε επανάσταση σοσι­αλιστική, αντιιμπεριαλιστική, αντιδικτατορι­κή, δεν έγιναν από κάποια νομιμόφρονα κα­θεστωτική κυβέρνηση με όρους συστήματος, αλλά με την πάλη του κινήματος και των ορ­γάνων του για ριζικές μεταρρυθμίσεις και την επανάσταση. 


Ήδη από το 1860 οι Μαρξ και Ένγκελς επισημαίνουν τη δύναμη του εξωκοινοβουλευ­τικού αγώνα στην εργατική τάξη της Αγγλίας, που χωρίς μάλιστα να εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο, κατόρθωσε με τις δυναμικές κι­νητοποιήσεις της να αποτρέψει την αγγλική αστική τάξη να επέμβει στον αμερικανικό εμ­φύλιο, υποστηρίζοντας τις δουλοκτητικές νό­τιες πολιτείες. Έτσι, με τη δράση της και με μεγάλο τίμημα ανεργίας, είχε αποφασιστική συμβολή σε ένα παγκόσμιας σημασίας γεγο­νός, τη νίκη των βόρειων πολιτειών. 


Η πάλη του εργατικού κινήματος με άξονα τις κρίσεις 1873-95 και 1929-1945 αποσπά από την αστι­κή τάξη σοβαρές κατακτήσεις οικονομικές, κοινωνικές (κράτος πρόνοιας) πολιτικές (ερ­γασιακά, πολιτικά δικαιώματα), που βαθμι­αία μετά τη «χρυσή τριακονταετία» (1945-75) αποδομούνται με την έλευση του ολοκληρω­τικού καπιταλισμού και τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. 


Παράλληλα, ξεσπούν οι πρώτες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, δημιουργείται το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος, τα κομμουνι­στικά κόμματα πρωταγωνιστούν στη συγκρό­τηση των λαϊκών μετώπων και ηγεμονεύουν στην αντιφασιστική πάλη, εγκαθιδρύονται στη βάση των κινημάτων οι λαϊκές δημοκρα­τίες, οι κομμουνιστές συμμετέχουν και υπο­στηρίζουν τις αντιιμπεριαλιστικές επαναστά­σεις. 


Αλλά και στην τελευταία κρίση και την αγριότητα που τη συνοδεύει, ξεσπούν απανω­τές εξεγέρσεις (ακόμη και στη Σουηδία) και απειλούν τη λαίλαπα της καπιταλιστικής ανα­συγκρότησης. Αλήθεια, τι έχουν να αντιπαρα­τάξουν οι διαπρύσιοι θιασώτες της αριστερής κοινοβουλευτικής κυβέρνησης και οι κεντροαριστερές συμμαχίες; 


Από το μιλερανισμό ως τον ευρωκομμουνισμό και τα κεντροαριστερά μέτωπα της δεκα­ετίας του '90, το αποτέλεσμα αυτής της στρα­τηγικής είναι ήττες οδυνηρές και διαλυτικές. Αλλά και οι αριστερές κυβερνήσεις της Χι­λής και της Βενεζουέλας, ακόμη και η σοσιαλδημοκρατική της Αργεντινής, δεν επιβεβαιώνουν την άποψή τους, όπως βαυ­καλίζονται, αλλά την άποψη του επαναστατικού δρόμου. Αφενός, προέκυψαν σε συνθήκες μεγάλης ανόδου του κινήματος (εξεγέρ­σεις στη Βενεζουέλα και Αργεντινάζο). Αφετέρου, καθηλ­θηκαν στην αυταπάτη της αστι­κής νομιμότητας και δεν προχώ­ρησαν στην επαναστατική τομή, αν και υπήρχαν εξεγερσιακές δι­αθέσεις. Αποτέλεσμα, η επιβολή δικτατορίας στη Χιλή χωρίς αντί­σταση, ενώ και στη Βενεζουέλα η ίδια ολιγωρία δημιουργεί ήδη ασφυκτική πίεση για την παλιν­νόστηση μιας αντιδραστικής ολιγαρχίας. 


Η εγγενής λογική του συστήματος, η αντιδραστικοποίηση του στη συγκυρία, η συσσώρευση πλούσιας εμπειρί­ας ελάχιστα περιθώρια για αυταπάτες επιτρέ­πουν.
Όμως, όχι απλώς η ανάδειξη της αρι­στερής κυβέρνησης, χωρίς ανάδειξη ισχυρού κινήματος, αλλά κυρίως η αντίληψη του βαθ­μιαίου (πόλεμος θέσεων) και απρόσκοπτου μετασχηματισμού της κοινωνίας μέχρι το σο­σιαλισμό, χωρίς κατασταλτική ανατροπή πι­στοποιεί τις ισχυρές αυταπάτες για την αστι­κή νομιμότητα.
Η αστική τάξη αν ανεχτεί ή αν σε πρώτη φάση δεν μπορέσει να αποτρέψει την προσωρινή απώλεια ενός μέρους της εξουσίας της, μετατοπίζει την εξουσία της ου­σιαστικά στους κατασταλτικούς μηχανισμούς που παρεμβαίνουν άμεσα και δυναμικά για να εκβιάσουν την ενσωμάτωση της αριστερής κυβέρνησης ή να επιχειρήσουν τη βίαιη εκπαραθύρωσή της. 


Επιπτώσεις της κυριαρχίας του κυβερνητικού φετιχισμού 



Η έμφαση της συζήτησης για την πρόταξη της αριστε­ρής κυβέρνησης εκφράζει τον κυβερνητικό φετιχισμό που κυριαρχεί στην ελληνι­κή κοινωνία και τη δυσπιστία ή και άρνη­ση της επαναστατικής λογικής. Η υλοποί­ηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος είναι ασύμβατη με μιαν αστική κυβέρνηση, έστω και αριστερή, περιθωριοποιεί το κίνη­μα, υποκαθιστά τον επαναστατικό δρόμο με το μεταρρυθμισμό. 


Πρώτο: Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμ­μα είναι ανεφάρμοστο από μια κυβέρνηση της Αριστεράς, γιατί προϋποθέτει ότι η άρ­χουσα τάξη παθητικά θα παρακολουθεί την αποδόμησή της. 


Δεύτερο: Η άμεση πρόταση μιας εναλ­λακτικής αριστερής κυβέρνησης είναι ανεδαφική, γιατί μόνο ως υποπροϊόν έντονης ανάπτυξης της ταξικής πάλης και ανάπτυ­ξης του κινήματος μπορεί να εμφανιστεί. 


Τρίτο: Ακόμη κι αν προκύψει χωρίς αυτή την προϋπόθεση ως ιστορική εξαίρεση, χω­ρίς τη στήριξη του κινήματος γρήγορα θα καταρρεύσει. 


Τέταρτο: Δεν καθορίζεται ο χαρακτήρας μιας τέτοιας κυβέρνησης και με ακρίβεια η πολιτική της σε αντιδιαστολή με το Τέταρ­το Συνέδριο της Διεθνούς, που με επίταση το επικαλούνται, το οποίο όμως προσδιό­ριζε πέντε είδη εργατικής κυβέρνησης και όριζε αιτιολογημένα σε ποιες ήταν θεμι­τή η συμμετοχή των κομμουνιστών. Δεν εί­ναι επιπολαιότητα η υποστήριξη μιας αρι­στερής κυβέρνησης χωρίς να προσδιορίζε­ται συγκεκριμένα ο χαρακτήρας και η απο­στολή της; 


Πέμπτο: Η προτεραιότητα της αριστε­ρής κυβέρνησης (χρονική και παραγωγική) έναντι του κινήματος, οδηγεί στην υποβάθ­μισή του, στη θέση συμπληρώματος της αρι­στερής κυβέρνησης. Βέβαια, δεν παραδέ­χονται την υποβάθμιση αυτή. Αλλά και μό­νη η άμεση πρόταξη της κυβέρνησης έναντι του κινήματος, υποδηλώνει την υποβάθμισή του και μάλιστα ως δομικής σχέσης, όχι ως συγκυριακής περίπτωσης. 


Έκτο: Αλλά και αντίστροφα ο σχηματι­σμός μιας τέτοιας κυβέρνησης δεν ευνοεί την ενίσχυση ενός ριζοσπαστικού κινήμα­τος. Μάλλον την χαλιναγωγεί προς αποφυγή εμπλοκών με την άρχουσα τάξη. 


Έβδομο: Επειδή εκτός απρόοπτου η αυ­τοδυναμία αποκλείεται, είναι σχεδόν βέβαιες οι ετερόκλητες συμμαχίες, με τις ανά­λογες επιπτώσεις. 


Όγδοο: Η πρόταση αριστερής κυβέρ­νησης ευνοεί την παρεμφερή πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Η μορφική σύγκλιση (κυβέρνη­ση Αριστεράς),παρά το διαφορετικό περιεχόμενο, ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ που ηγεμο­νεύει σε αυτήν την πρόταση. Αντικειμενικά, θα ενισχύονται οι πιέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για συμμαχία, αφού θα συμπίπτουν στο κύ­ριο, την αριστερή κυβέρνηση, ενώ και ο κό­σμος αυθόρμητα θα απαιτεί συμμαχία και συγκυβέρνηση των υποστηρικτών της αρι­στερής κυβέρνησης. 


Ένατο: Οι κομμουνιστές δεν απορρί­πτουν από θέση αρχής μιαν αριστερή κυβέρνηση. Την θεωρούν όμως απλό ενδε­χόμενο (όχι νομοτέλεια!) «υποπροϊόν» της ανάπτυξης της ταξικής πάλης και του κινή­ματος, μορφή πάλης, θετική για την επανα­στατική διαδικασία, αν πριν τη βέβαιη ανα­τροπή της αποτελέσει μορφή περάσματος στην επανάσταση. 


Νεο-ρεφορμισμός: Εγκλωβισμός στον καπιταλισμό 



Οι οπαδοί του κυβερνητισμού - κοινοβουλευτι­σμού και του νεο-μεταρρυθμισμού, με φανατι­σμό νεοπροσύλητου, δεν θέτουν μόνο μια θεω­ρητική και πολιτική πρόταση προς συζήτηση και γόνιμο προβληματισμό. Την ανάγουν σε απόλυ­τη και μοναδική αλήθεια: Μονόδρομος της με­τάβασης είναι ένας κοινοβουλευτικός περίπα­τος (όχι η ταξική αξιοποίηση του αστικού κοι­νοβουλίου), ένας απρόσκοπτος κυβερνητισμός, ενώ μια διαρκής εξελικτική διαδικασία «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», αυτοχαρακτηρί­ζεται «ξεκίνημα της επαναστατικής διαδικασί­ας» και προώθηση της. 


Η μεταβατική αντικαπιταλιστική πολιτική δεν θεωρείται απλώς εσφαλμένη, αλλά ως απουσία πολιτικής. Άλλοι διατείνονται ότι «η επαναστατι­κή Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να σκέ­φτεται μόνο με όρους αναπαραγωγής, οργανω­τικής ανάπτυξης και αριστερής αντιπολίτευσης σε μια ρεφορμιστική Αριστερά στην οποία θα έχει εκχωρήσει τη δυνατότητα να κάνει πολιτι­κή». Σε άλλη παραλλαγή, στην αντικαπιταλιστική Αριστερά καταλογίζεται έλλειψη πολιτικής παρέμβασης και περιορισμός στη λογική «αριστερόμετρου» και «ομίλου μαρξιστικών μελετών». Αλλού η αναγκαιότητα της αριστερής κυβέρ­νησης ως μονόδρομου μετάβασης θεμελιώνε­ται δια της εις άτοπον απαγωγής. Μόνοι τους ορίζουν ότι η αντικαπιταλιστική πρόταση που απορρίπτει την αριστερή κυβέρνηση ισοδυνα­μεί με τη δικτατορία του προλεταριάτου, την επίθεση στα Χειμερινά Ανάκτορα, με «εμφύλιο πόλεμο», ότι «αντί να ανοίγει έμπρακτα τη διαδι­κασία σοσιαλιστικής μετάβασης ταυτίζεται άμε­σα με το σοσιαλισμό». 


Η θεωρητική ακροβασία και λαθροχειρία αυ­τών των διατυπώσεων είναι κραυγαλέα και μι­κρόψυχη. Η μεταβατική αντικαπιταλιστική πρόταση μεταμορφώνεται σε ένα σκιάχτρο χοντρο­κομμένης «υπερεπαναστσπκότητας», ταυτίζε­ται με πς «χιλιαστικές απόψεις» του ΚΚΕ, την άρνηση παρεμβατικής τακτικής και την αναμο­νή απλώς «του Αγίου Σοσιαλισμού», για να στιγ­ματιστεί ως ανορθολογική, ανιστόρητη, σεχτα­ριστική. Κι έτσι να «πέσει στα μάτια» ενός διευρυνόμενου αριστερού προοδευτικού κοινού, που προσβλέπει στην αντικαπιταλιστική - επα­ναστατική Αριστερά ως εναλλακτική, νέα Αρι­στερά, υπερβατική του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. 


Είναι όμως, αυτός καλοπροαίρετος και γόνι­μος διάλογος μαρξιστών; Με ποια σουρεαλιστι­κή λογική ταυτίζεται το μεταβατικό πρόγραμ­μα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το στρατηγικό αναχωρητισμό του ΚΚΕ; Είναι δυνατόν να απευθύνεται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ η αιτίαση για την ανυπαρξία ουσιαστικά μεταβατικής πρότασης, όταν πρώ­τη επεξεργάστηκε και πρότεινε ένα συνεκτικό, ολοκληρωμένο, ρεαλιστικό πρόγραμμα, που συ­ναρθρώνεται ως γέφυρα με την επαναστατική διαδικασία; 


Το χείριστο και καθοριστικό: Ο κυβερνητισμός - κοινοβουλευτισμός, ο λεγκαλισμός, ο υπερτονισμός των μεταρρυθμίσεων δεν απο­τελούν απλώς εκτροπή από την επαναστατι­κή αντίληψη, αλλά αρθρώνονται με έναν ολοκληρωμένο, εφ' όλης της ύλης, μεταρρυθμισμό - εξελικτικισμό, που στο νεορεφορμισμό με­ταμφιέζεται σε επανάσταση. 


Δεν έπεται ασφα­λώς ότι όποιος προβάλλει τέτοιες απόψεις ή ορισμένες απ' αυτές πρεσβεύει το ιδεολόγη­μα ως όλον. Αυτό το ιδεολόγημα προτείνει δι­αρκή εξελικτική διαδικασία που μετεξελίσσε­ται σε «επανάσταση», χωρίς όμως επαναστα­τική τομή, αποφασιστική αναμέτρηση για την εξουσία, χωρίς συντριβή του αστικού κρατικού μηχανισμού, χωρίς εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας (όχι βέβαια με μορφή μονόπρακτου). Οι πρόδρομες στιγμές της επαναστατικής το­μής (επαναστατική κατάσταση, δυαδική εξου­σία, εξέγερση) εγκαταλείπονται ή ενσωματώνο­νται στους αστικούς μηχανισμούς. Δεν απορ­ρίπτουν ρητά αλλά υπόρρητα την επανάσταση, ταυτίζοντας την χλευαστικά με την «επίθεση στα Χειμερινά Ανάκτορα» (η οποία όμως είναι εξέ­γερση, στιγμή της επανάστασης). Προφανώς, υιοθετούν την πουλαντζιανή αντίληψη του κρά­τους - σχέση, θεωρώντας ότι για την αλλαγή του συσχετισμού στους κόλπους του, κομβικό στοι­χείο θα αποτελέσει η κατάληψη της κυβερνητι­κής εξουσίας. 


 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ 9/6/13

Δεν υπάρχουν σχόλια :