Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Εξέγερση και πολιτικό Ισλάμ

Της Βιβής Κεφαλά

Κοινά σημεία και διαφορές της πλατείας Ταξίμ με την Αραβική Άνοιξη

Εδώ και αρκετές μέρες, η Τουρκία συγκλονίζεται από τις μαζικές διαδηλώσεις που γίνονται σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας. Χιλιάδες διαδηλωτές, στην πλειοψηφία τους νέοι, κατακλύζουν τις πλατείες και τους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική, την ισλαμοποίηση της δημόσιας ζωής, καθώς και τον αυταρχισμό του πρωθυπουργού και ζητούν την παραίτηση του. 
Παρά την άγρια αστυνομική καταστολή που ασκείται οι διαδηλωτές δεν πτοούνται. Αντίθετα, συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους που γίνονται μαζικότερες, καθώς τις τάξεις τους πυκνώνουν εργάτες, μέλη συνδικάτων και κομμάτων της αντιπολίτευσης, κάνοντας χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των άλλων σύγχρονων μέσων επικοινωνίας, τα οποία η κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να ελέγξει. Γιατί όμως οι νέοι μιας χώρας όπως η Τουρκία, που παρουσιάζει έναν έντονο πολιτικό και οικονομικό δυναμισμό, ξεχύνονται στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι;

Σίγουρα δεν πρόκειται για επανάληψη των «ταραχών του ψωμιού», που συγκλόνισαν τον αραβικό κόσμο το 2011 και είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή παγιωμένων αυταρχικών καθεστώτων, που χρησιμοποιούσαν τους, κατ’ όνομα, δημοκρατικούς θεσμούς για να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Από την αραβική στην τουρκική Άνοιξη


Στην Τουρκία το επίπεδο διαβίωσης δεν είναι τόσο χαμηλό όσο στην Τυνησία ή την Αίγυπτο και υπάρχει και μία ακόμα σημαντική διαφορά: στις αραβικές χώρες το μέλλον για τους πολίτες ήταν αδιέξοδο, ενώ στην Τουρκία το μέλλον φαίνεται να υπόσχεται ανάπτυξη, άρα καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
Παρά τις διαφορές υπάρχουν δύο κοινά σημεία. Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για μία αυθόρμητη εξέγερση. Στην περίπτωση της Τουρκίας, το τυχαίο γεγονός, που λειτούργησε ως καταλύτης, ήταν η απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να καταστρέψει το πάρκο της πλατείας Ταξίμ, η οποία πυροδότησε αντιδράσεις κατοίκων και οικολογικών οργανώσεων. Πολύ σύντομα, όπως και στην Τυνησία, οι αντιδράσεις μετατράπηκαν σε διαδηλώσεις με πολύ ευρύτερα αιτήματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παραίτηση του πρωθυπουργού της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. 

Το δεύτερο κοινό σημείο της τουρκικής με τις αραβικές εξεγέρσεις είναι το αίτημα μίας ουσιαστικής και πραγματικής δημοκρατίας.
Το αίτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και στην Τουρκία αφενός διότι ο Ερντογάν επιδιώκει να μετατρέψει το πολίτευμα της χώρας σε προεδρική Δημοκρατία, να καταλάβει το αξίωμα του Προέδρου και να αυξήσει τις αρμοδιότητες του. Αφετέρου διότι από το 2002 και μετά η δημόσια ζωή της χώρας ισλαμοποιείται, πράγμα στο οποίο είναι αντίθετο ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της χώρας, που μπορεί να ψήφισε το ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ασπάζεται την ιδεολογία του πολιτικού Ισλάμ. Η ψήφος προς το ΑΚΡ μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ως αντίδραση μέρους του τουρκικού εκλογικού σώματος, κυρίως στις μεγάλες πόλεις, εναντίον του κεμαλικού πολιτικού κατεστημένου, το οποίο ανακυκλωνόταν και κυβερνούσε τη χώρα επί δεκαετίες, πάντα υπό την αυστηρή επιτήρηση τους στρατού. Η κατάσταση αυτή όχι μόνο απαξίωνε κάθε έννοια πολιτικής συμμετοχής, όχι μόνο δημιουργούσε σοβαρά πολιτικά αδιέξοδα, αλλά και στερούσε το δημοκρατικό πολίτευμα από κάθε έννοια και το μετέτρεπε σε επιτηρούμενη Δημοκρατία, της οποίας εγγυητής δεν ήταν οι πολίτες αλλά ο στρατός.

Το πολιτικό Ισλάμ


Οι κακές οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Τουρκία, σε συνδυασμό με τη βαθιά διαφθορά του πολιτικού συστήματος και τον ασφυκτικό έλεγχο του στρατού, δημιουργούσαν ένα τεράστιο αδιέξοδο, που εγκλώβιζε κάθε αναγκαία αλλαγή του κεμαλικού πολιτικού συστήματος και ιδεολογίας. Έτσι, το πολιτικό Ισλάμ, κάνει από πολύ νωρίς την εμφάνισή του στο πολιτικό προσκήνιο της Τουρκίας αλλά καταδιώκεται από τις αρχές ως αντίθετο στις κοσμικές αρχές του κεμαλισμού, κάθε φορά όμως το πολιτικό Ισλάμ βρίσκει τρόπο να επιβιώνει. Η πρώτη μεγάλη νίκη των ισλαμιστών ήταν στις δημοτικές εκλογές του 1994, οπότε κέρδισαν μεγάλους δήμους της χώρας, μεταξύ των οποίων και της Κωνσταντινούπολης, όπου εκλέχτηκε δήμαρχος ο Ερντογάν.

Το πολιτικό αδιέξοδο στην Τουρκία συνεχίζεται και η Άγκυρα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο νέους, αν και διαφορετικής ποιότητας, παράγοντες. Ο πρώτος είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Συνόδου του Ελσίνκι το 1999, όπου η Ελλάδα αίρει το βέτο που ασκούσε ως προς την τουρκική υποψηφιότητα ένταξης, την οποία επιθυμούσε διακαώς η τουρκική αστική τάξη για την ανάπτυξή της αλλά και ο στρατός, λόγω του δυτικού του προσανατολισμού. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η συνεχής επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Τουρκία, που θα οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας το 2001.

Μέσα σε αυτήν την δύσκολη και περίπλοκη κατάσταση το ΑΚΡ κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές του 2002 με συντριπτικά ποσοστά. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό, μια και έχει αποδειχθεί ότι ο στρατός δεν πρόκειται να ανεχθεί μία ισλαμική κυβέρνηση, όπως δεν ανέχθηκε ούτε την κυβέρνηση του ισλαμιστή Νετζμεντίν Ερμπακάν, την οποία εξανάγκασε σε παραίτηση το 1997 με ένα μεταμοντέρνο πραξικόπημα. Κατά συνέπεια, οι προτεραιότητες του Ερντογάν ήταν δύο: η οικονομική ανάκαμψη της χώρας και η πολιτική του επιβίωση, για την οποία ήταν απαραίτητη η μεγαλύτερη δυνατή αποδυνάμωση του στρατού.

Ο ρόλος του στρατού


Όσον αφορά την οικονομία, η κυβέρνηση Ερντογάν στηρίχθηκε στην εισροή ισλαμικών κεφαλαίων και στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης, παράγοντες που οδήγησαν όχι μόνο σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και στην ανάδυση ενός νέου αστικού στρώματος, που πλούτισε υπό το καθεστώς Ερντογάν και ταυτίζει τα συμφέροντα του με την διατήρηση του ΑΚΡ στην εξουσία. Παράλληλα, το ΑΚΡ διατηρεί τα ισχυρά πολιτικά του ερείσματα στους κατοίκους των αγροτικών περιοχών, όπου οι άνθρωποι είναι εύκολο να ταυτιστούν με τον «αυτοδημιούργητο» πρωθυπουργό.

Όσον αφορά τον στρατό, ο Τούρκος πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τα ίδια του τα όπλα εναντίον του. Αποτελεί ιστορική ειρωνεία το γεγονός ότι ο στρατός αποδυναμώθηκε, κατ΄ αρχήν, από τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες έπρεπε να υιοθετήσει η Τουρκία για να ολοκληρώσει την μετάβαση της προς το κοινοτικό κεκτημένο. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό. Η κυβέρνηση Ερντογάν άρχισε να ερευνά αυτό που όλος ο κόσμος γνώριζε ότι υπήρχε στην Τουρκία, δηλαδή τις στενές σχέσεις του στρατού με το παρακράτος. Έτσι, με τις δίκες για τις υποθέσεις «Εργκένεκον» και «Βαριοπούλα», δεκάδες αξιωματικοί του στρατού προσήχθησαν σε δίκη, πολλοί καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης και πολύ περισσότεροι αποστρατεύθηκαν, ενώ τις θέσεις τους κατέλαβαν ισλαμιστές.

Είναι προφανές, ότι τα ερείσματα του ΑΚΡ είναι και πολλά και ισχυρά και γίνονται ακόμα ισχυρότερα, εάν συνυπολογιστούν αφενός η χαμένη αξιοπιστία της κοσμικής αντιπολίτευσης και αφετέρου ο εκλογικός, νόμος σύμφωνα με τον οποίο για να εκπροσωπηθεί ένα κόμμα στην Βουλή θα πρέπει να συγκεντρώνει ποσοστό 10% σε εθνικό επίπεδο. Επομένως, είναι απόλυτα κατανοητή η αδιαλλαξία και η απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζει την εξέγερση ο τούρκος πρωθυπουργός και ακόμα περισσότερο αφού συνεχίζει να κατέχει την πλειοψηφία στην Βουλή και άρα μπορεί να επιφέρει τις συνταγματικές αλλαγές που θα ενισχύσουν το προεδρικό αξίωμα, το οποίο σκοπεύει να διεκδικήσει το 2014.

Ωστόσο, τα προβλήματα είναι υπαρκτά και το αίτημα για μια πραγματική δημοκρατία δεν μπορεί να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι -παρά το γεγονός πως ο Ερντογάν διατηρεί την ισχύ του- ο αγώνας θα συνεχιστεί, ακόμα και εάν είναι τόσο άνισος.

Πηγή: Η εποχή

Δεν υπάρχουν σχόλια :