Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Τόλμη για ξεκάθαρες απαντήσεις

Του Μιχάλη Ρίζου

Διάλογος για τη Συνδιάσκεψη ΑΝΤΑΡΣΥΑ


"...Πρόγραμμα δεν είναι πέντε, έξι ή δέκα σημεία προς το κίνημα (κινηματισμός) ούτε προς τη ρεφορμιστική αριστερά ή τις αντιμνημονιακές δυνάμεις για μια κυβερνητική συμμαχία. Το πρόγραμμα είναι η διαλεκτική σχέση σκοπών και μέσων επιβολής τους, τακτικής στρατηγικής και του υποκειμένου που θα τα επιβάλλει δηλ. το τι παλεύουμε, σε ποια πολιτική προοπτική, ποιος και πως θα επιβάλλει αυτόν τον δρόμο..."

Μπροστά στη 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η συζήτηση των μελών στις τοπικές και κλαδικές συνελεύσεις αλλά και ευρύτερων δυνάμεων έχει ξεκινήσει δυναμικά. 
Οι προκλήσεις ολοφάνερες: Πως θα δυναμώσει η αντικαπιταλιστική αριστερά ως πρόγραμμα, υποκείμενο και πρόταση πολιτικής συμπόρευσης (στην ενότητά τους) σε μια περίοδο διευρυνόμενης απογοήτευσης πρωτοπόρων αγωνιστών από τις εξετάσεις διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ και την απόσυρση του ΚΚΕ από την πολιτική πάλη για την ανατροπή. Πως θα ανασυγκροτηθεί το εργατικό κίνημα από τη σχετική καθήλωση των αγώνων, σε ένα περιβάλλον σκληρής τρομοκρατίας και διάλυσης της εργατικής συλλογικής δράσης. Και πως θα συνδέσει μια κοινωνία που μάχεται για να επιβιώσει τον αγώνα ενάντια στο εκβαρβαρισμένο καπιταλιστικό σύστημα με μια σύγχρονη σοσιαλιστική – κομμουνιστική προοπτική.


Στα ερωτήματα αυτά δεν χρειάζονται μισόλογα, διφορούμενες απαντήσεις ή επιλεκτικές ερμηνείες των Θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά ξεκάθαρες τοποθετήσεις τουλάχιστον για τα «χοντρά επίδικα» που ανέδειξε η ταξική πάλη και επίμονα θέτει ο κόσμος του αγώνα.

Ας δούμε ορισμένα:

1. Η σημερινή κρίση είναι μια γενική παγκόσμια κρίση (παντός χώρας και καιρού) χωρίς την ειδική πλευρά της έκφρασής της στην συγκεκριμένη ολοκλήρωση (Ε.Ε.) και χώρα, άρα εξαλείφει την έννοια του αδύνατου κρίκου και της λενινιστικής αρχής για «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης»; Ή, από την άλλη μεριά, είναι μόνο μια ειδική κρίση αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης (μερικοί μάλιστα την περιορίζουν στη σφαίρα της κυκλοφορίας και του νομίσματος) αλληθωρίζοντας σαφώς σε «ανάπτυξη τύπου Ομπάμα» ή σε καλή Ε.Ε. χωρίς το κακό ευρώ; Ή μήπως είναι μια κρίση του «αποβιομηχανοποιημένου», «εξαρτημένου» και «χωρίς παραγωγική βάση» ελληνικού καπιταλισμού που χρειάζεται επειγόντως παραγωγική ανασυγκρότηση; Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει θέσει με σαφήνεια και σοβαρή διαλεκτική ανάλυση την τοποθέτηση για το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης (θέσεις 1-16) που δεν χωράει παρερμηνείες.

2. Η κρίση είναι μόνο μια κοινωνικοοικονομική διαδικασία όξυνσης της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας που αφαιρεί κάποια δικαιώματα από τον κόσμο της δουλειάς και τα οποία μέσα από ένα νέο πιθανό κύκλο ανάπτυξης θα επανέλθουν στην προηγούμενη ισορροπία ή συνεπάγεται και μια πολιτική αντεπανάσταση από τον αστικό συνασπισμό εξουσίας σε πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό επίπεδο που θα οδηγήσει σε ιστορικών προδιαγραφών σύγκρουση; Είναι μια απλή «επιβολή αυταρχικού παροξυσμού και περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων» όπως λέει το κείμενο που υπογράφεται από μέλη της ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ και του ΜΑΑ ή κάτι πολύ πιο ποιοτικό και επικίνδυνο;

3. Ως παράγωγο της ίδιας λογικής, η Ε.Ε. είναι μια οικονομική – νομισματική κατά βάση ένωση ή έχει εξελιχθεί σε μια πολιτική, ιμπεριαλιστική συμμαχία που ενισχύει την εξουσία του κεφαλαίου στις επιμέρους χώρες, γίνεται ο πολιορκητικός κριός για το γκρέμισμα των εργατικών κατακτήσεων του 20ου αιώνα και μοχλός αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στα εθνικά κράτη και συντάγματα; Η πρώτη αντίληψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αποδέσμευση από το ευρώ αποσυνδέεται από την έξοδο από την Ε.Ε. (για την ακρίβεια σταδιοποιείται) και αυτονομείται από το συνολικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.

4. Στο ίδιο κείμενο και απέναντι στη σωστή διαπίστωση ότι «οι παρατεταμένοι αγώνες της τελευταίας τριετίας, έχουν κλονίσει το πολιτικό σύστημα, ωστόσο δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν την εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής» η απάντηση που δίνεται δεν είναι επαρκής. Δεν αναγνωρίζεται ότι η πολιτική συμπόρευση του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο με την Ε.Ε. και το ευρώ, αλλά κυρίως με την κυβερνητική – κοινοβουλευτική διαχείριση, είναι αυτή που απογοητεύει το κίνημα και όχι το αντίθετο: δεν οδηγεί η «ανωριμότητα του κινήματος» στους συμβιβασμούς και τις κωλοτούμπες της αριστεράς. Γι αυτό και καταλήγει ότι «ο πόλος πρέπει να θέτει το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας με βάση το πολιτικό πρόγραμμα των 6 σημείων, γνωρίζοντας ότι για να γίνει κάτι τέτοιο αυτό το πρόγραμμα ….πρέπει να … στηριχτεί στη δύναμη του οργανωμένου λαού και των δικών του διακριτών θεσμών». Η θέση αυτή όμως που θεωρεί ότι πολιτική λύση είναι «6 σημεία + κυβέρνηση + διακριτοί θεσμοί κινήματος» περισσότερο παραπέμπουν σε ριζοσπαστικό μεταρρυθμισμό, παρά σε αντικαπιταλιστική – και εν δυνάμει επαναστατική – ανατροπή.

5. Από εδώ προκύπτουν δύο θεμελιώδη ζητήματα που ταλάνισαν και ταλανίζουν την αριστερά και το κίνημα για δεκαετίες:

Τι σημαίνει πρόγραμμα;

Πως προσεγγίζεται το ζήτημα της εξουσίας;

-Για το πρώτο οι Θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξεκαθαρίζουν: Πρόγραμμα δεν είναι πέντε, έξι ή δέκα σημεία προς το κίνημα (κινηματισμός) ούτε προς τη ρεφορμιστική αριστερά ή τις αντιμνημονιακές δυνάμεις για μια κυβερνητική συμμαχία. Το πρόγραμμα είναι η διαλεκτική σχέση σκοπών και μέσων επιβολής τους, τακτικής στρατηγικής και του υποκειμένου που θα τα επιβάλλει δηλ. το τι παλεύουμε (Θέση 42), σε ποια πολιτική προοπτική (Θέση 47), ποιος και πως θα επιβάλλει αυτόν τον δρόμο (θέσεις 44, 45) όπου απαντά: «Με την κλιμάκωση των αγώνων, με ένα πολιτικοποιημένο και ταξικά ανασυγκροτημένο μαζικό κίνημα, με αποκορύφωμα τον πανεργατικό – παλλαϊκό ξεσηκωμό και την λαϊκή εξέγερση, όχι με κοινοβουλευτικές αυταπάτες και αναμονή».

-Για το δεύτερο πρέπει να πούμε ότι για το πρόγραμμα αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης το ζήτημα της εξουσίας τίθεται από σήμερα. Δεν διχάζεται – αυτονομείται η ανατροπή από τη μάχη για την εξουσία. Με την έννοια αυτή δεν είναι μεταρρυθμιστικό σχέδιο που θα πραγματοποιείται βήμα – βήμα από μια αριστερή ριζοσπαστική κυβέρνηση, ούτε μπορεί να είναι προϊόν μιας «σοσιαλιστικής οικονομικής νησίδας» εντός της καπιταλιστικής εξουσίας.

Το πρόγραμμα αυτό στο σύνολο του μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από την εργατική εξουσία και την κυβέρνηση της που θα προκύψουν από την επανάσταση. Σημαντικές πλευρές του ωστόσο επιδιώκεται σταθερά να επιβληθούν στις αστικές κυβερνήσεις ως κατακτήσεις της ταξικής πάλης. Γι αυτό χρειάζεται συνειδητός προσανατολισμός για την επιβολή του που σημαίνει οργάνωση του λαού, πριν από όλα ένα άλλο εργατικό κίνημα με ανεξάρτητο κέντρο αγώνα, όργανα πάλης, επιβολής της λαϊκής θέλησης, αλληλεγγύης και ανατροπής.

Διαφέρει επομένως η αντίληψη αυτή από τον ρεφορμιστικό (και μικροαστικά παραμορφωμένο) τρόπο που το θέτουν ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ. 
Η μονομερής προσήλωση του ΣΥΡΙΖΑ στον κυβερνητικό – κοινοβουλευτικό δρόμο (ως απάντηση στο θέμα της εξουσίας) και του ΚΚΕ στην παραπομπή των πολιτικών στόχων στη «λαϊκή εξουσία» που θα έρθει ως δια μαγείας, στην ουσία αφήνουν τους αγωνιστές και την αριστερά «ανεκπαίδευτους» και «άοπλους» μπροστά στο καθήκον της αναμέτρησης με την αστική εξουσία, με την οικοδόμηση οργάνων λαϊκής πάλης από τώρα, μέσα στη φωτιά της μάχης. Έτσι το κίνημα και οι αγώνες μένουν πολιτικά μετέωροι αφού εγκλωβίζονται στις συμπληγάδες της εκλογικής – κυβερνητικής λύσης και της εκλογικής – κομματικής ενίσχυσης για μια «ανάπηρη εξουσία που πάλι σου τάζουν». Και οι δύο δυνάμεις νομίζουν πως απαντάν στο ζήτημα της εξουσίας, ενώ στην ουσία αφήνουν άθικτη την αστική πολιτική είτε με την προσδοκία κυβερνητικής διαχείρισης είτε με την πάλη «ενάντια στις συνέπειες της κρίσης».



6) Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορεί να δει κανείς και την πρόταση μετωπικής πολιτικής συμπόρευσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στη βάση και με αφετηρία το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και με σταθερή επιδίωξη την αυτοτελή συγκρότηση και διεύρυνση της αντικαπιταλιστικής, αντιδιαχειριστικής, αντι ΕΕ αριστεράς με κορμό την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτή η θέση διαφοροποιείται και από απόψεις που θεωρούν ότι ο αντικαπιταλιστικός πόλος ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και από απόψεις που αντιμετωπίζουν την αντικαπιταλιστική αριστερά ως υπόθεση του μέλλοντος (υποβαθμίζοντας έτσι το εγχείρημά μας), επιλέγοντας για το παρόν τη «ρεαλιστική» εκδοχή ενός αριστερού μετώπου ή μιας αριστερής μετωπικής συμμαχίας στα όρια ενός κυβερνητικού προγράμματος ανακούφισης, παραγωγικής ανασυγκρότησης και εξόδου από το ευρώ, παραπέμποντας για το μέλλον την έξοδο από την Ε.Ε. και τη ρήξη με την ιδιοκτησία και εξουσία του κεφαλαίου.

Χρειάζεται λοιπόν τόλμη αλλά σε ποια κατεύθυνση; Γιατί το παρόν είναι που εκδικείται το μέλλον.

ΠΡΙΝ 12/5/13

Δεν υπάρχουν σχόλια :