Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Τι πανηγυρίζουμε από το κυπριακό όχι;

Του Χρίστου Κατσούλα.

Το εντυπωσιακό όχι της Κυπριακής Βουλής και η ακόμη εντυπωσιακότερη απουσία έστω και ενός ναι, είναι κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί. Είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση, ένα κοινοβούλιο απορρίπτει τις αποφάσεις του Eurogroup. Και φυσικά έχει πολύπλευρες συνέπειες. 



Γελοιοποιείται η κυβέρνηση Αναστασιάδη. Κατέθεσε μια πρόταση που δεν την ψήφισαν ούτε οι βουλευτές της. Εξευτελίζεται και το ελληνικό πολιτικό προσωπικό που έχει εξορίσει τη λέξη όχι από το λεξικό και ψήφισε την απόφαση στο Eurogroup ενάντια στην Κύπρο. Δίνει ελπίδες για το μπλοκάρισμα της επέλασης της τρόικας. Απελευθερώνει δυνατότητες καταστροφικών τριγμών στην Ευρωζώνη. Και φυσικά γέλασε το πικραμένο χείλι μας. Μετά από μια τριετία μνημονίων και δουλικής συναίνεσης στην τρόικα είδαμε -έστω και σε άλλη χώρα- μια διαφορετική στάση.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στο ακέραιο.


Το ερώτημα όμως για την ποιότητα και το βάθος του κυπριακού όχι, παραμένει. Δεν πρέπει να ακυρώσουμε τη θετική επίδραση που μπορεί να έχει. Πρέπει όμως να εκτιμήσουμε -ως αριστερά και αριστεροί- τις αδυναμίες. Να δούμε τα όρια ενός όχι ανολοκλήρωτου, κολοβού, ευεπίφορου σε αναδίπλωση και μετασχηματισμό. Γιατί είναι αλήθεια ότι το όχι της Βουλής αφορούσε το κούρεμα των καταθέσεων. Δεν αφορούσε το μνημόνιο. Αφορούσε τη συγκεκριμένη απόφαση του Eurogroup, αφήνοντας όμως στο απυρόβλητο την ευρωζώνη. Και μάλιστα αφορούσε τη μορφή της συγκεκριμένης πρότασης και λιγότερο την ουσία της. Τουλάχιστον αυτό δείχνει η εναλλακτική στην οποία τείνει να καταλήξει η Κυπριακή Βουλή.

Τι όχι είναι το όχι;

Χρειάζεται εκτίμηση ποιο είναι το όχι του κυπριακού λαού και ποιο είναι το όχι του κυπριακού αστισμού. Και αυτά τα όχι δεν ταυτίζονται. Το όχι της Βουλής στο Eurogroup δεν είναι ίδιο με το εθνικό όχι του Τάσσου Παπαδόπουλου στο σχέδιο Ανάν.

Ο λαός ξεσηκώθηκε από ένα πρωτοφανές μέτρο. Αλλά αυτός ο ξεσηκωμός δεν είχε ούτε την ένταση, ούτε την κλίμακα, ώστε να επιβάλει τη θέλησή του στην Κυπριακή Βουλή. Ωστόσο η Κυπριακή Βουλή αποφάσισε με σπάνιο (προσωρινό;) θάρρος να αυθαδιάσει στα γερμανικά κελεύσματα. Τόσο η πρωτοφανής σε ένταση επίθεση της Γερμανίας όσο και η εντυπωσιακή απόρριψη του κυπριακού Κοινοβουλίου χρειάζονται εξήγηση.

Κυβέρνηση, αντιπολίτευση (που προ 20μέρου ήταν κυβέρνηση, γνώριζε και υπέγραφε) και τραπεζίτες, με πατριωτισμό που δεν έδειξαν όταν το σχέδιο Ανάν τεμάχιζε την πατρίδα τους, ύψωσαν στεντόρεια φωνή και πελώριο ανάστημα. Γιατί; Μα γιατί η απόφαση του Eurogroup τους καταργούσε. Τσάκιζε το νησί. Όχι μόνο τα λαϊκά στρώματα. Τσάκιζε την αστική του τάξη. Διέλυε το μοντέλο που μετά τον Αττίλα χτίζεται ανελλιπώς από αριστερές και δεξιές κυβερνήσεις: διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, πλυντήριο χρήματος, υπεραναπτυγμένος τραπεζικός τομέας, ανταγωνιστικό πάρκινγκ κεφαλαίων. Καθιστούσε αναξιόπιστες τις κυπριακές τράπεζες και βέβαιη τη φυγή καταθέσεων, ειδικά από τα μεγάλα διεθνή κεφάλαια.

Η Γερμανική πρόταση τελείωνε την Κύπρο. Δεν την υποβάθμιζε απλά. Διέλυε το όραμα και τη στρατηγική επιλογή, τον τρόπο ύπαρξης και αναπαραγωγής της κυπριακής άρχουσας τάξης. Με την απόφαση αυτή, η Κύπρος χτυπήθηκε εφόλης της ύλης, στην καρδιά του αστικού της οράματος. Οι ισχυρότερες αντιδράσεις ήρθαν από το γνωστό και αμαρτωλό πολιτικό προσωπικό, τους μεγαλοτραπεζίτες και την Εκκλησία. Ο πνευματικός ηγέτης αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος τόνισε ότι “η εκκλησιαστική περιουσία είναι στη διάθεση του τόπου, προκειμένου να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα και να σωθεί η χώρα”. Το ζουμί είναι να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα, καθότι η πανίσχυρη κυπριακή Εκκλησία είναι και βασικότατος μέτοχος. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μιλά με τον Θεό, ο Κύπριος αρχιεπίσκοπος μιλά με τις χρηματαγορές.

Ο αντιπρόεδρος της Τράπεζας Κύπρου δήλωσε ότι δεν πρέπει να φορολογηθούν οι καταθέσεις ξένων επενδυτών, παρά μόνο των Κυπρίων. Πόσος αντιμπεριαλιστικός πατριωτισμός βρίσκεται σε αυτή τη δήλωση; Κι όμως, αυτή είναι η κύρια πατρίδα που αναγνωρίζει ο κυπριακός αστισμός, η χρηματοπιστωτική. Η συζήτηση στη Βουλή αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τον κίνδυνο να υπάρξει φυγή κεφαλαίων και χαθεί το άρωμα από νησιά Κεϊμάν που για χρόνια φορούσε η Κύπρος. Και το βασικό πρόβλημα για το αστικό προσωπικό δεν ήταν ότι ο κόσμος θα χάσει τις καταθέσεις του, αλλά ότι οι επενδυτές θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους. Ειδικά εκείνοι οι επενδυτές που χωρίς πολλές ερωτήσεις και πόθεν έσχες, χωρίς φορολογία και επιβάρυνση, μετακομίζουν λογιστικά ή εισάγουν κεφάλαια μετατρέποντάς τα σε σκληρό νόμισμα που κατόπιν επανεξάγεται.

Και φυσικά επειδή η Κύπρος έχει ιστορικές σχέσεις με Ρωσία, Μέση Ανατολή, Μ.Βρεττανία και εσχάτως με το Ισραήλ, το πολιτικό της προσωπικό έδειξε ένα βαθμό ανεξαρτησίας πρωτάκουστο για τα ελληνικά δεδομένα. Η Κύπρος ήταν χρηματοπιστωτικό κέντρο πριν το ευρώ, ωφελήθηκε ως χρηματοπιστωτικό κέντρο από το ευρώ, θα ήθελε να διαφυλάξει αυτή τη διπλή της ιδιότητα, αλλά αν δεν μπορεί, οι σκέψεις για επιστροφή στο εθνικό νόμισμα μπορούν να πέσουν στα τραπέζι. Φυσικά όπως έπεσαν, έτσι και αποσύρθηκαν.

Το σκληρό νόμισμα ήταν από τους βασικούς λόγους που η Κύπρος -αν και μικρή Ελβετία της Μεσογείου- απαρνήθηκε την κυπριακή λίρα για χάρη του ευρώ. Και αυτός παραμένει ένας ισχυρός λόγος που κάνει τις πρώτες σκέψεις για δημοψήφισμα και έξοδο από το ευρώ να αντικατασταθούν από δεύτερες σκέψεις για αποδοχή ενός εναλλακτικού αλλά παραπλήσιου σχεδίου με την απόφαση του Eurogroup.

Γιατί η Γερμανία θέλησε να τελειώσει την Κύπρο;

Η τριετής πορεία του ευρώ μέσα στην καπιταλιστική κρίση είναι μια πορεία ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης υπό γερμανική σφραγίδα. Το ευρώ πρέπει να προστατευτεί, να θωρακιστεί, να συγκροτηθεί. Οι άτακτοι νότιοι, τα τραπεζικά πλυντήρια, οι χώρες της Ε/Ζ με προνομιακές σχέσεις με εκτός ΕΕ μεγαθήρια (πχ Ρωσία), είναι εμπόδια σε αυτή τη γερμανική προσπάθεια. Αυτό εξηγεί την εμμονή των Γερμανών να τελειώνουν με το μέγεθος του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα. Δεν τους ενδιαφέρει να προστατεύσουν τους πλούσιους καταθέτες. Ίσα ίσα. Όσο περισσότερο χτυπηθούν οι μεγάλες καταθέσεις, τόσο γρηγορότερα θα ξεφουσκώσει ο υπερμεγέθης τραπεζικός τομέας. Φυσικά οι φούσκες του Λουξεμβούργου ή του Βελγίου, πιστωτικά είναι περισσότερο επικίνδυνες, μόνο που είναι ελεγχόμενες από το ευρωπαϊκό κέντρο. Έτσι είχαμε και τις “ανεξήγητες” δηλώσεις Σόιμπλε για φορολόγηση μόνο των υψηλών καταθέσεων αλλά και την διακομματική στήριξη της Γερμανικής Βουλής όχι στον τύπο, αλλά στην ουσία της απόφασης του Eurogroup.

Ο σκοπός της Γερμανίας είναι να χτυπηθούν οι τράπεζες της Κύπρου, να μειωθεί το χρηματοπιστωτικό της μέγεθος. Δεν την αφορά ο τρόπος ή το σχήμα. Οποιαδήποτε πολιτική πάει να στηρίξει τις τράπεζες, για να μην υπάρξει φυγή κεφαλαίων από το νησί, θα είναι απορριπτέα από το Βερολίνο. Έτσι θα έχουμε το “περίεργο” φαινόμενο οι Γερμανοί να εμφανίζονται υπέρ του κουρέματος των καταθέσεων, ενώ το Κυπριακό κοινοβούλιο να είναι έτοιμο να μετακυλίσει το κόστος απευθείας στο λαό και τα ταμεία, μειώνοντας όσο γίνεται το φόρο στα υψηλά εισοδήματα και στα διεθνή κεφάλαια που βρίσκονται στις κυπριακές τράπεζες.

Αυτή η αντίφαση είναι ακαταλαβίστικη μόνο για όσους έχουν αφαιρέσει από την οπτική τους τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ και ειδικά της Ευρωζώνης. Μόνο για όσους με μαγικές ντρίμπλες θυμήθηκαν τα πάντα εκτός από το ουσιώδες. Δεν υπάρχει απλά και μόνο μια ταξική πολιτική. Υπάρχει και μια ιμπεριαλιστική πολιτική, βαθιά, δομική, αναλλοίωτη. Επελαύνουσα και νικηφόρα. Τουλάχιστον προς το παρόν. Και αυτή η ιμπεριαλιστική πολιτική εκφράζεται κατά κόρον με το νόμισμα, και παίρνει -στη συγκυρία- τη μορφή της τραπεζικής ένωσης.

Από αυτή την άποψη η κρίση του ευρώ και η γερμανόπνευστη πορεία προς την ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ βρίσκονται στον πυρήνα, στην καρδιά του κυπριακού δράματος. Πώς και ξεφεύγει μόνιμα αυτή η τεράστια αλήθεια, από τις ανακοινώσεις και τα σχόλια της ελληνικής Αριστεράς; Δεν πρόκειται για μια παρανοϊκή τρόικα και μια φευγάτη γερμανική ηγεσία. Δεν πρόκειται για μερκελικό τσαμπουκά και μάλιστα “επικίνδυνο” για την ΕΕ. Πρόκειται για την προσπάθεια να ελεγχθεί απόλυτα το ευρώ απ’ άκρη σε άκρη της Ευρωζώνης, να εκκαθαριστεί το έδαφος για την επικείμενη -αλλά μόνο υπό γερμανικό έλεγχο και αιματηρά ανταλλάγματα- τραπεζική ολοκλήρωση. Δεν πρόκειται απλώς για “λεηλασία του κυπριακού λαού” ούτε γενικώς για “κατάλυση της εθνικής του κυριαρχίας”.

Λένε πολλοί ότι το ευρώ κλυδωνίζεται με την απόφαση του Eurogroup. Υπάρχει όμως και η γερμανική ανάγνωση. Οι Γερμανοί θωρακίζουν το ευρώ. Βάζουν τους δικούς τους άδικους, σκληρούς, αιματηρούς κανόνες. Ελέγχουν τα τραπεζικά συστήματα. Αφαιμάζουν τον Νότο. Προτεκτορατοποιούν όλη την περιφέρεια. Πλασσάρονται γεωπολιτικά στις ευαίσθητες ενεργειακές ζώνες και περιοχές. Ολοκληρώνουν ιμπεριαλιστικά. Με αυτή την κυνική κίνηση απελευθερώνουν τριγμούς. Παίζουν με τη φωτιά. Εξωθούν στα άκρα. Από αυτή την άποψη το ευρώ όντως κλυδωνίζεται. Πρόκειται όμως για παράπλευρη απώλεια μιας άτεγκτης ενοποίησης και όχι για επιλογή διάλυσης.

Ταυτόχρονα οι Γερμανοί υπολογίζουν ότι δεν υπάρχει άλλο, ανταγωνιστικό σχέδιο στο Νότο. Εκτός κι αν από κάπου προκύψει σχέδιο Β. Όχι βεβαίως σαν το ψευδεπίγραφο σχέδιο Β του Αναστασιάδη. Για αυτό και η γερμανική ηγεσία με ψυχραιμία και άνεση χρόνου επιβάλει ντε φάκτο τις πολιτικές της.

Ποιος δεν θυμάται τα ανιστόρητα και τραγικά διαψευσμένα παραμύθια του καλοκαιριού για τον σούπερ Μάριο Μόντι που κέρδισε τη Μέρκελ; Ποιος δεν θυμάται τις θλιβερές διαβεβαιώσεις εν Ελλάδι αριστερών ότι ο Μόντι δίδαξε τι σημαίνει διαπραγμάτευση; Και ποιος δεν καταλαβαίνει ότι οι Γερμανοί προχωρούν μεθοδικά και σχεδιασμένα στον πλήρη και ασφυκτικό έλεγχο των πάντων; Βάζοντας επί τάπητος και χωρίς μπλοφάρισμα το δίλημμα: ή τα αποδέχεστε όλα, ή περνάτε έξω από την Ευρωζώνη. Γελοιοποιώντας για μια ακόμη φορά τις βεβαιότητες του εγχώριου ευρωπαϊσμού.

Η Κύπρος δεν είναι σοβαρό οικονομικό μέγεθος για την Ευρωζώνη. Μετά από τρία χρόνια αλλεπάλληλων πολιτικών θωράκισης του κέντρου, είναι ερώτημα αν αποτελεί συστημικό κίνδυνο για την Ευρωζώνη. Το ευρώ μπορεί να αντέξει ακόμη κι αν οι Κύπριοι επιλέξουν πραγματικό σχέδιο Β. Το πρόβλημα όμως δεν είναι να κάνουμε μαντεψιές. Αλλά να αποφασίσουμε να βγάλουμε τις παρωπίδες: οι Γερμανοί τραβούν το σκοινί, δίνουν μηνύματα, απειλούν, τρομοκρατούν όποιον απειθή δεν αποδεχτεί τη γερμανική ολοκλήρωση. Ξέρουν ότι κανείς από τους σημερινούς συνομιλητές τους δεν θα κάνει εκουσίως επιλογή ρήξης. Και σφίγγουν τη θηλιά μέχρις πνιγμού. Η δε Κύπρος αν θέλει να είναι στην Ευρωζώνη πρέπει να σκύψει. Να μην είναι ρώσικο πλυντήριο. Η Ευρωζώνη είναι γερμανική ιδιοκτησία. Δεν μπορεί κανείς να παίζει με το ευρώ. Να έχει πληθωρισμό, ελλείμματα, χρέη, φούσκες, πλυντήρια και να είναι στην ΟΝΕ.

Και δυστυχώς, το ξανθό το γένος και ο περήφανος Μόσκοβος έχει τέτοια κλίμακα οικονομικών σχέσεων με τη Γερμανία που δεν επιτρέπει την κήρυξη πολέμου στην ευρωζώνη. Ο Μεντβέντεφ δήλωσε επί λέξη ότι κριτήριο είναι “να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με την ΕΕ”. Φυσικά ζητάει για όποια “λελογισμένη” και υπό γερμανική ανοχή βοήθεια στη φίλη Κύπρο, σκληρά ανταλλάγματα σε ναυτικές βάσεις, ενέργεια, πολιτική επιρροή.

Επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το όχι της Κυπριακής Βουλής είναι αμελητέο ή άνευ σημασίας. Συνιστά εκ των πραγμάτων τομή στην εξέλιξη της κρίσης της Ε/Ζ. Δείχνει ότι μπορούν να υπάρξουν κι άλλοι δρόμοι, κι άλλες δυνατότητες από τη συνεχή συναίνεση στην τρόικα. Ακόμη και αν δίπλα στο όχι του λαού που δεν θέλει να δει τις καταθέσεις του να λεηλατούνται και την εθνική και κοινωνική του αξιοπρέπεια να τσαλαπατιέται, υπάρχει και το όχι του κυπριακού αστισμού που πασχίζει να διατηρήσει μια Κύπρο - διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο. Κι όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, ακόμη και το δεύτερο όχι, αυτό της πολιτικής ηγεσίας της Κύπρου, πρέπει καταρχήν να το χαιρετίσουμε. Και αν στηριζότανε στο λαό καλώντας τον σε διαρκή επαγρύπνηση και αγωνιστική στήριξη, αν ταυτόχρονα ολοκληρώνονταν σε ενναλλακτική λύση-διέξοδο από την κρίση και την ευρωθηλειά, θα ορθωνόταν επιτέλους ένα εμπόδιο στην επέλαση της γερμανικής ιμπεριαλιστικής μπότας.

Πρέπει όμως πέρα από το να χαιρετίζουμε, να δράσουμε ώστε το όχι να συγκροτηθεί σε μια ανταγωνιστική προοπτική. Με ένα άλλο σχέδιο για ένα λαό που θα παράγει, θα ορίζει τον τόπο του, θα κάνει κουμάντο στο σπίτι του. Και όσο κι αν αυτά φαντάζουν ντεμοντέ στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, σήμερα στην εποχή της πιο βαθιάς και καταστροφικής κρίσης, είναι ζητήματα επιβίωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :