Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Οι αλλαγές στο Καταστατικό του ΚΚΕ...

Το νέο καταστατικό του ΚΚΕ που εισηγείται η ΚΕ του στο 19ο Συνέδριο επιφέρει ριζικές αλλαγές στον ίδιο τον χαρακτήρα του κόμματος. Αφαιρεί σημαντικά στοιχεία στην φυσιογνωμία του, όπως αυτή ήταν προσδιορισμένη στο ισχύον καταστατικό που ενέκρινε το 15ο Συνέδριο.

Νομιμοποιεί όλες τις παραβιάσεις του καταστατικού αυτού που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια από την ηγετική ομάδα. Εξαφανίζει την διαλεκτική σχέση ηγεσίας- βάσης. Ενισχύει σε ακραίο βαθμό τις εξουσίες της ηγεσίας. Περιορίζει στον ελάχιστον βαθμό- αν δεν εξαφανίζει- τον έλεγχο της κομματικής βάσης πάνω στην ηγεσία καθιστώντας τον εντελώς τυπικό ζήτημα. Ευνουχίζει εντελώς την εσωκομματική δημοκρατία και διογκώνει στο μέγιστο τον συγκεντρωτισμό με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η ηγεσία για το κόμμα αλλά το κόμμα για την ηγεσία.

Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε σημείο προς σημείο αυτές τις διαπιστώσεις ξεκινώντας από μια σειρά κραυγαλέες παραλείψεις και αλλαγές του νέου καταστατικού- δηλαδή προβλέψεις του παλιού που δεν υπάρχουν στο νέο.

(Μέρος Α’)

Το γράμμα και το πνεύμα των αλλαγών

Στον πρόλογο και στην εισαγωγή του καταστατικού του 15ου παρουσιάζονται τα γενικά χαρακτηριστικά του ΚΚΕ που προσδιορίζουν τί κόμμα είναι και σε ποιο γενικό πλαίσιο καταστατικών αρχών και κανόνων λειτουργίας κινείται. Το ίδιο συμβαίνει και στο σχέδιο του νέου καταστατικού όπου οι αλλαγές και οι τροποποιήσεις- σε σχέση με ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα- δεν είναι καθόλου ασήμαντες.

Α) Το ισχύον καταστατικό αναφέρει:

«Η συνειδητή και αποφασιστική υπεράσπιση των αρχών αυτών, όπως και η επίμονη και δημιουργική τήρηση και εφαρμογή τους, αποτελεί πρώτιστο καθήκον κάθε μέλους του Κόμματος».

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού υπάρχει αλλαγή. Διαβάζουμε:

«Η συνειδητή και αποφασιστική υπεράσπιση των αρχών αυτών, όπως και η αυστηρή τήρηση και εφαρμογή τους, αποτελούν πρώτιστο καθήκον κάθε μέλους του Κόμματος».

Οι συντάκτες του νέου καταστατικού δεν θεωρούν αναγκαία την επίμονη και δημιουργική τήρηση των καταστατικών αρχών. Τους αρκεί μόνο η αυστηρή τήρηση τους, πράγμα που προδίδει ολόκληρη την αντίληψή τους για το κόμμα. Πάνω απ’ όλα ο τύπος και το γράμμα των αρχών κι όχι το πνεύμα που αυτές περιέχουν και το οποίο συνάδει με την δημιουργική εφαρμογή τους, την προσαρμογή, δηλαδή, της εφαρμογής τους στη ζωντανή πραγματικότητα.

Β) Για το ίδιο ζήτημα το ισχύον καταστατικό έχει μια παράγραφο η οποία έχει εντελώς απαλειφθεί από το σχέδιο του νέου καταστατικού. Η παράγραφος αυτή λέει:

«Στα πλαίσια των καταστατικών αρχών εξασφαλίζονται οι βασικές προϋποθέσεις ώστε να εκδηλώνονται και να αναπτύσσονται ανεμπόδιστα οι προσωπικές αρετές, ικανότητες και η δράση κάθε μέλους, να συνδυάζονται αρμονικά με αυτές των άλλων μελών και να συμβάλλουν ως ένα σύνολο στην αποφασιστική ενίσχυση του Κόμματος και της πολιτικής του επιρροής, στην αποτελεσματική υπεράσπιση και προώθηση των άμεσων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων και την ανύψωση των ιδεών και αξιών του Κόμματος». Οι συντάκτες του νέου καταστατικού μάλλον αισθάνονται άβολα να αναπτύσσονται μέσα στο κόμμα ανεμπόδιστα οι προσωπικές αρετές, ικανότητες και η δράση κάθε μέλους και να συνδυάζονται αρμονικά με αυτές των άλλων μελών ως ένα σύνολο που ενισχύει το κόμμα. Κι αυτό γιατί αντιλαμβάνονται το κόμμα, κάτω από τον εαυτό τους, ως μια απρόσωπη κινούμενη μάζα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κατανοήσουν πως σ’ αυτό (στο κόμμα δηλαδή) δεν εξαφανίζεται η προσωπικότητα και η ατομικότητα του κάθε μέλους αλλά αντίθετα διαμορφώνεται και ενισχύεται δημιουργικά με τα χαρακτηριστικά του μαρξιστή- λενινιστή, του κομμουνιστή, του επαναστάτη.

Γ) Στην εισαγωγή του ισχύοντος καταστατικού αναφέρεται ότι το ΚΚΕ «εξαντλεί κάθε δυνατότητα, μέσα από καθημερινούς αγώνες, για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, την υπεράσπιση και διεύρυνση των οικονομικών, πολιτικών, συνδικαλιστικών, πολιτιστικών τους δικαιωμάτων και ελευθεριών, την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, για την ειρήνη και την προστασία του περιβάλλοντος».

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού έχει απαλειφθεί εντελώς η φράση που είναι εδώ υπογραμμισμένη και αναφέρεται στην πάλη για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και στην πάλη για την ειρήνη και την προστασία του περιβάλλοντος.

Δ) Στην επόμενη παράγραφο της εισαγωγής του ισχύοντος καταστατικού αναφέρεται ότι το ΚΚΕ «επιδιώκει τη συνένωση όλων των εργαζομένων σε μια ισχυρή συμμαχία ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στην ασύδοτη εκμετάλλευση και δράση της οικονομικής ολιγαρχίας, ντόπιας και ξένης για ουσιαστικές αντιιμπεριαλιστικές, αντιμονοπωλιακές και δημοκρατικές αλλαγές».

Το σχέδιο του νέου καταστατικού αναφέρει ότι το ΚΚΕ «επιδιώκει την ενότητα της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από ειδικότητα, μορφωτικό επίπεδο, εθνότητα, πολιτιστικές και γλωσσικές παραδόσεις, φύλο. Επιδιώκει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους φτωχούς αγρότες και αυτοαπασχολούμενους σε μια λαϊκή, αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική συμμαχία πάλης για την εργατική εξουσία».

Η αλλαγή που υπάρχει εδώ είναι καταφανής: Εγκαταλείπεται η λαϊκή συμμαχία ενάντια στον ιμπεριαλισμό και η πάλη για αντιιμπεριαλιστικές και δημοκρατικές αλλαγές. Το βάθος αυτής της μετατόπισης, το οποίο εντοπίζεται στο σύνολο των προσυνεδριακών κειμένων συνιστά ριζική ρήξη της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ με τον Μαρξισμό Λενινισμό και το κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα.

Ε) Το ισχύον καταστατικό του κόμματος αναφέρει ότι στη συγκρότηση και λειτουργία του ΚΚΕ «Θεμελιακές αρχές του είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, η συλλογικότητα, ο έλεγχος, η κριτική και αυτοκριτική». Στο σχέδιο του νέου καταστατικού παρόλο που η κριτική και η αυτοκριτική, ο έλεγχος και η συλλογικότητα αναφέρονται σε άλλα σημεία, ως θεμελιακή αρχή αναγνωρίζεται μόνο ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Γράφεται επί λέξει:«Η οργανωτική συγκρότηση και λειτουργία του ΚΚΕ καθορίζονται από τους σκοπούς και τον επαναστατικό χαρακτήρα του. Θεμελιακή του αρχή είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Προφανώς η σημερινή ηγεσία δεν αντιλαμβάνεται ότι χωρίς συλλογικότητα, έλεγχο, κριτική και αυτοκριτική ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιος κι ότι μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Ή το αντιλαμβάνεται και γι’ αυτό το λόγο δίνει σ’ αυτές τις αρχές υποδεέστερη σημασία;

ΣΤ) Στην ακριβώς επόμενη παράγραφο το ισχύον καταστατικό γράφει: «Η συνεπής, ολοκληρωμένη και δημιουργική εφαρμογή των αρχών αυτών, και ειδικά του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, εξασφαλίζει ενότητα λόγων και έργων, συλλογική και ατομική ευθύνη, δημοκρατική συζήτηση και λειτουργία και ταυτόχρονα ενιαία συνειδητή πειθαρχία στη δράση. Συμβάλλει στη διαπαιδαγώγηση αγωνιστών με κύρος, ήθος και αναπτυγμένο αίσθημα κριτικής και αυτοκριτικής στάσης και στη συνεχή διεύρυνση, και ενίσχυση των δεσμών του με την εργατική τάξη, τους εργαζομένους, το λαό. Η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ενότητα του Κόμματος είναι απαραίτητος όρος για την εκπλήρωση των σκοπών του».

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού η παράγραφος αυτή έχει αλλάξει εντελώς. Διαβάζουμε: «Η συνεπής εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με όλες τις πλευρές του, είναι αναγκαία για την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ενότητα του Κόμματος, απαραίτητος όρος για την εκπλήρωση των σκοπών του». Η αλλαγή είναι κραυγαλέα. Στην περίπτωση του ισχύοντος καταστατικού έχεις ένα κόμμα ζωντανό που υποδεικνύει, διαμορφώνει και ενισχύει τις αρετές του κομμουνιστή- λαϊκού αγωνιστή- μέλους του ΚΚΕ ενώ στην περίπτωση του σχεδίου του νέου καταστατικού το κόμμα δομείται πάνω στον καταναγκασμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ισχύον καταστατικό δεν εξαρτά την ιδεολογικοπολιτική και, ως συνέπεια αυτής, την οργανωτική ενότητα του κόμματος από την εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Πως άλλωστε θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο; Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ως αρχή οργάνωσης και λειτουργίας το μόνο που μπορεί να εξασφαλίσει στο κόμμα είναι την ενότητα δράσης των οργανωμένων δυνάμεών του. Την συγκέντρωση όλων των κομματικών δυνάμεων στην δράση για την εκπλήρωση ενός στόχου. Είναι όμως αδύνατον με οργανωτικούς όρους να δημιουργήσεις πνευματική ενότητα στους ανθρώπους, να τους κάνεις δηλαδή να πιστεύουν τα ίδια πράγματα και να έχουν την ίδια άποψη. Παρ’ όλα αυτά η κομματική ηγεσία με το νέο καταστατικό θεωρεί πως η ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική ενότητα είναι αποτέλεσμα της συνεπούς εφαρμογής των οργανωτικών αρχών. Της αρκεί δηλαδή μια τυπική υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία ή το υποχρεωτικό της εφαρμογής των αποφάσεων των ανωτέρων οργάνων από τα κατώτερα για να λέει πως το κόμμα έχει ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ενότητα. Προφανώς αδιαφορούν εντελώς για το πώς επιτυγχάνεται αυτή η ενότητα ή την αντιλαμβάνονται με όρους στρατωνισμού.

Ζ) Το σχέδιο του νέου καταστατικού ορίζει με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το ισχύον το ζήτημα του προλεταριακού διεθνισμού. Οι ουσιαστικές μεταβολές εντοπίζονται σε δύο βασικά ζητήματα: 1. Το ισχύον καταστατικό υπογραμμίζει ότι το ΚΚΕ «εκπληρώνει με συνέπεια τις διεθνιστικές του υποχρεώσεις, συμμετέχει στον αγώνα για την ανασυγκρότηση, την ενότητα και το δυνάμωμα του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος». Το σχέδιο του νέου καταστατικού μιλάει για ιδεολογική και στρατηγική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το ΚΚΕ «εκπληρώνει με συνέπεια τις διεθνιστικές του υποχρεώσεις, συμμετέχει στον αγώνα για την ανασυγκρότηση, την ιδεολογική και στρατηγική ενότητα και το δυνάμωμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος». Είναι φανερό πως μια τέτοια ενότητα μπορεί να υπάρξει μόνο στην πολύ γενική της έννοια διότι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα περάσει το επαναστατικό κίνημα κάθε χώρας για να φτάσει στην προλεταριακή επανάσταση είναι αδύνατό να είναι ίδιοι σε όλες τις χώρες. Η ποικιλομορφία των προλεταριακών επαναστάσεων, η ποικιλομορφία των μορφών μετάβασης και του περιεχομένου που αυτές θα έχουν είναι αναπόφευκτη και είναι αναγνωρισμένη στο επαναστατικό κίνημα από τα πρώτα βήματα της εμφάνισής του. 2. Το ισχύον καταστατικό προσεγγίζει ως εξής την διαλεκτική σχέση Διεθνισμού- πατριωτισμού: «Το ΚΚΕ συνδέει διαλεκτικά το διεθνισμό με τον πατριωτισμό. Είναι γνήσιος και αντάξιος κληρονόμος των εθνικών, δημοκρατικών και επαναστατικών παραδόσεων του ελληνικού λαού. Αντιπαλεύει κάθε εκδήλωση φασισμού, εθνικισμού, σοβινισμού και ρατσισμού». Το σχέδιο του νέου καταστατικού έχει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Διαβάζουμε: «Το ΚΚΕ αντιπαλεύει κάθε εκδήλωση φασισμού, εθνικισμού, σοβινισμού, ρατσισμού, ταυτίζει τον πατριωτισμό με τον ταξικό αγώνα». Το σχέδιο του νέου καταστατικού βλέπει πολύ στενά τον πατριωτισμό. Κι αν ληφθεί υπόψη ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ ως ταξικό αγώνα κατανοεί μόνο τον αγώνα που βρίσκεται κάτω από την καθοδήγησή της είναι μαθηματικά βέβαιο πως ένας τέτοιος ορισμός του πατριωτισμού θα οδηγήσει στο στένεμα των ορίων του στο πλαίσιο του κόμματος και, στην καλύτερη περίπτωση, της ευρύτερης επιρροής του. Δηλαδή στη γέννηση ενός κομματικού εθνικισμού που δεν θα έχει καμία οικονομική βάση και κανένα ιστορικό προηγούμενο. Η έννοια της πατρίδας- αν και στο εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό σύστημα λαμβάνει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά έκφρασης- υπάρχει πολύ πριν από την εμφάνιση της σημερινής ταξικής πάλης. Κουβαλάει επομένως ένα ιστορικό, πολιτικό και πολιτιστικό φορτίο που ξεκινάει από τα βάθη της ιστορίας και είναι βαθιά ριζωμένο στις συνειδήσεις των λαϊκών ανθρώπων. Το κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή την πραγματικότητα αλλά αντίθετα πρέπει να την εκφράσει. Επομένως δεν είναι ο πατριωτισμός που ταυτίζεται με τον ταξικό αγώνα και στον οποίο δίνει διαπιστευτήρια αλλά ο ταξικός αγώνας που πρέπει να εκφράσει τον πατριωτισμό των λαϊκών μαζών ανεξαρτήτως του πόσο και με ποιον τρόπο αυτές οι μάζες κατανοούν την ταξική πάλη η οποία διεξάγεται- και στην οποία συμμετέχουν- αναπόφευκτα.

Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός

1. Η αρχή του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού στο ισχύον καταστατικό αναπτύσσεται στο άρθρο 9 ενώ στο σχέδιο του νέου καταστατικού στο άρθρο 1. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό ότι στο σχέδιο του νέου καταστατικού ευθύς εξαρχής ορίζεται ότι ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός «αποτελεί αναντικατάστατο συστατικό στοιχείο του επαναστατικού χαρακτήρα» του ΚΚΕ». Αυτή η διατύπωση δεν υπάρχει στο ισχύον καταστατικό, πράγμα απολύτως λογικό για τους εξής λόγους: α) Επαναστατικά κόμματα στην ιστορία υπήρξαν πολύ πριν εμφανιστεί ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός. β) Επαναστατικά- εργατικά κόμματα επίσης υπήρξαν πριν την εμφάνιση του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού αλλά και μετά από αυτόν (π.χ. ο Σπάρτακος της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Κ. Λήμπκνεχτ, του Φρ. Μέρινγκ κ.α. στη Γερμανία). γ) Ότι ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός είναι η καλύτερη και η αποτελεσματικότερη αρχή συγκρότησης και λειτουργίας ενός προλεταριακού- επαναστατικού κόμματος αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι το κόμμα αντλεί μέρος ή το όλον του επαναστατικού χαρακτήρα του από τις οργανωτικές αρχές συγκρότησης και λειτουργίας του. Οι οργανωτικές αρχές βοηθούν ή δυσκολεύουν το κόμμα να ανταποκριθεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον επαναστατικό χαρακτήρα του αλλά καθόλου δεν προσθέτουν σ’ αυτόν. δ) Ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος- που ποτέ δεν είναι δοσμένος εξ’ ορισμού αλλά πάντοτε κατακτιέται κι επανακατακτιέται- καθορίζεται από την διαλεκτική σχέση τριών πραγμάτων: από τον ταξικό του προσανατολισμό, από την θεωρία του και από την πολιτική του.

2. Στο ισχύον καταστατικό ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός ορίζεται ως εξής: «Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός διασφαλίζει στο Κόμμα την ικανότητα, μέσα από πλατιά και ελεύθερη συζήτηση, να γενικεύει τις απόψεις και εμπειρίες των μελών του Κόμματος, των εξωκομματικών και των εργαζομένων, να καταλήγει σε συλλογικές αποφάσεις και ταυτόχρονα να δρα με ενότητα, αποφασιστικότητα και πειθαρχία για την εφαρμογή τους. Με βάση την αρχή αυτή η δημιουργία και δράση οργανωμένων ομάδων στο Κόμμα δεν επιτρέπεται. Υπονομεύει την ενότητά του, τη δημοκρατική του λειτουργία και την αποτελεσματικότητά του στη δράση». Το σχέδιο του νέου καταστατικού έχει έναν εντελώς διαφορετικό ορισμό. Διαβάζουμε: «Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός σημαίνει εσωκομματική δημοκρατία, συγκεντρωτική καθοδήγηση, ενιαία δράση στην εφαρμογή των αποφάσεων με συνειδητή πειθαρχία. Με βάση το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό δεν επιτρέπεται η δημιουργία και δράση οργανωμένων ομάδων μέσα στο Κόμμα, διότι υπονομεύουν την ιδεολογική - πολιτική - οργανωτική ενότητά του, τη δημοκρατική λειτουργία του και την αποτελεσματικότητα στη δράση».

Οι διαφορές είναι περισσότερο από προκλητικές. Η πλατιά και ελεύθερη συζήτηση, η γενίκευση απόψεων και εμπειριών των μελών του Κόμματος, των εξωκομματικών και των εργαζομένων, έχουν εξαφανιστεί στο σχέδιο του νέου καταστατικού ως στοιχεία εφαρμογής του Δημοκρατικού συγκεντρωτισμού μέσα στο κόμμα- κι από το κόμμα. Η αναφορά στην εσωκομματική δημοκρατία είναι εντελώς τυπική και χωρίς περιεχόμενο. Αντίθετα θεωρείται σκόπιμο να τονιστεί ως συστατικό στοιχείο του Δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ο συγκεντρωτισμός της καθοδήγησης κάτι που δεν υπάρχει στο ισχύον καταστατικό γιατί η λογική του διέπεται από την αναζήτηση της διαλεκτικής σχέσης εσωκομματικής δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού. Είναι φανερό πως η ηγετική ομάδα του κόμματος με τον νέο ορισμό που δίνει στον Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό στην ουσία τον καταργεί καθιστώντας τη δική της εξουσία απόλυτη μέσα στο κόμμα. Θα πρέπει όμως να απαντήσει γιατί το κάνει αυτό. Εκείνο που της έλειψε για να παίξει το ρόλο της ήταν η απόλυτη εξουσία μέσα στο κόμμα ή όλο το προηγούμενο διάστημα λειτουργούσε- κατά παράβαση του ισχύοντος καταστατικού- με απόλυτη εξουσία την οποία έρχεται τώρα να νομιμοποιήσει;

3. Προς επιβεβαίωση των προαναφερθέντων έρχονται και τα ακόλουθα. Το ισχύον καταστατικό ορίζει ότι «Βασικά συστατικά στοιχεία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι η εσωκομματική δημοκρατία και ο συγκεντρωτισμός». Το σχέδιο του νέου καταστατικού δεν αναγνωρίζει την διαλεκτική σχέση εσωκομματικής δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού και για τον λόγο αυτό την αποσιωπά εντελώς. Το ισχύον καταστατικό, με ξεχωριστές παραγράφους του άρθρου 9, ορίζει με σαφήνεια πως εκφράζεται η εσωκομματική δημοκρατία και πως ο συγκεντρωτισμός. Στο σχέδιο του νέου καταστατικού δεν υπάρχει κανένας τέτοιος ορισμός. Ο Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν αναγνωρίζεται ως η διαλεκτική σχέση μιας αντίφασης (δημοκρατία- συγκεντρωτισμός) αλλά ως ενιαίο πράγμα μη αντιφατικό και μη διαλεκτικό. Οι συντάκτες, μάλιστα του σχεδίου του νέου καταστατικού αναλύοντας τι είναι δημοκρατικός συγκεντρωτισμός προτίμησαν να προτάξουν τα στοιχεία εκείνα που στο ισχύον καταστατικό συνιστούν το περιεχόμενο της έννοιας του συγκεντρωτισμού. Μ’ αυτή τη λογική, στο σχέδιο του νέου καταστατικού δεν υπάρχουν οι παρακάτω διατάξεις, περί εσωκομματικής δημοκρατίας, του ισχύοντος καταστατικού όπως:

  • Η «διασφάλιση του δικαιώματος (σ.σ. των κομματικών μελών) να εκφράζουν ελεύθερα και υπεύθυνα τη γνώμη τους σε όλα τα ζητήματα του Κόμματος, σύμφωνα με το Καταστατικό».
  • Η «διασφάλιση της προσωπικής συμβολής, πρωτοβουλίας και ευθύνης όλων των κομματικών μελών στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων».
  • Η «πρωτοβουλία όλων των κομματικών οργανώσεων να λύνουν τα τοπικά τους ζητήματα με αυτοτέλεια και ευθύνη μέσα στα πλαίσια της πολιτικής και των γενικών θέσεων του Κόμματος».
4. Στο πρώτο άρθρο του σχεδίου του νέου καταστατικού έχουν ενσωματωθεί, επίσης,τα άρθρα 10 και 11 του ισχύοντος καταστατικού.

Το άρθρο 10 λέει: «Ο έλεγχος, η κριτική και η αυτοκριτική είναι συστατικά στοιχεία της λειτουργίας του Κόμματος. Βοηθούν στην εφαρμογή των αποφάσεων και την ανάπτυξη της δράσης, στη γενίκευση της πείρας, στην αντιμετώπιση των αδυναμιών, στη διόρθωση λαθών, στη διαπαιδαγώγηση στελεχών και μελών, στο δυνάμωμα της συνειδητής κομματικής πειθαρχίας. Η κριτική όμως πρέπει να γίνεται μόνο μέσα στα αρμόδια όργανα και σώματα του Κόμματος. Στελέχη και μέλη που εμποδίζουν την κριτική φέρνουν σοβαρή ευθύνη και αντιμετωπίζουν κυρώσεις, μέχρι και διαγραφή από το Κόμμα». Η αντίστοιχη παράγραφοςστο σχέδιο του νέου καταστατικού αναφέρει: «Ο έλεγχος, η κριτική και αυτοκριτική ως απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή των αποφάσεων και την ανάπτυξη της δράσης, τη γενίκευση της πείρας, την αντιμετώπιση αδυναμιών και τη διόρθωση λαθών, τη διαπαιδαγώγηση, το δυνάμωμα της συνειδητής κομματικής πειθαρχίας. Η κριτική και αυτοκριτική ασκείται μόνο μέσα στα αρμόδια όργανα και ΚΟΒ του Κόμματος».

Οι διαφορές βγάζουν μάτι:

  • Ο έλεγχος, η κριτική και η αυτοκριτική από «συστατικά στοιχεία της λειτουργίας του Κόμματος», μετατράπηκαν σε «απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή των αποφάσεων και την ανάπτυξη της δράσης, τη γενίκευση της πείρας, την αντιμετώπιση αδυναμιών και τη διόρθωση λαθών, τη διαπαιδαγώγηση, το δυνάμωμα της συνειδητής κομματικής πειθαρχίας». Δηλαδή από συστατικά στοιχεία μιας ζωντανής, αυθεντικής κομματικής λειτουργίας μετατρέπονται σε μέσο άσκησης του συγκεντρωτισμού της καθοδήγησης.
  • Η διάταξη του ισχύοντος καταστατικού που λέει ότι «στελέχη και μέλη που εμποδίζουν την κριτική φέρνουν σοβαρή ευθύνη και αντιμετωπίζουν κυρώσεις, μέχρι και διαγραφή από το Κόμμα» έχει εξαφανιστεί από το σχέδιο του νέου καταστατικού. Τώρα πια η κριτική μπορεί να εμποδίζεται ελεύθερα αρκεί- χάριν του συγκεντρωτισμού- να έχει την ευλογία της ηγεσίας.

Το άρθρο 11 του ισχύοντος καταστατικού αναφέρει: «Ανώτατη αρχή της κομματικής καθοδήγησης είναι η αρχή της συλλογικότητας, όρος απαραίτητος για την κανονική λειτουργία και δράση των κομματικών οργανώσεων, τη σωστή διαπαιδαγώγηση των στελεχών, την ανάπτυξη της δραστηριότητας και πρωτοβουλίας των κομματικών μελών. Η αρχή της συλλογικότητας περιορίζει τον υποκειμενισμό, διασφαλίζει τις πιο σωστές και ολοκληρωμένες αποφάσεις, συμβάλλει στην ενότητα δράσης του Κόμματος. Στο Κόμμα δεν πρέπει να υπάρχουν μονοπρόσωπες αποφάσεις που να υποκαθιστούν τις συλλογικές αποφάσεις των οργάνων. Η αρχή της συλλογικότητας δεν καταργεί την ατομική ευθύνη ούτε και υποβαθμίζει την ατομική προσφορά. Στα πλαίσια της συλλογικότητας μπορεί και πρέπει να αναδείχνονται τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε κομματικού μέλους».

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού η ίδια διάταξη είναι διατυπωμένη ως εξής: «Η συλλογικότητα ως ανώτατη αρχή της κομματικής καθοδήγησης, όρος απαραίτητος για την ενότητα, την ενιαία και αποτελεσματική δράση του Κόμματος και όλων των Οργανώσεών του, τη σωστή διαπαιδαγώγηση, την ανάπτυξη της δραστηριότητας και πρωτοβουλίας των μελών του Κόμματος. Στο Κόμμα δεν μπορεί να υπάρχουν μονοπρόσωπες αποφάσεις που να υποκαθιστούν τις συλλογικές αποφάσεις των οργάνων. Στο πλαίσιο της συλλογικότητας αναπτύσσεται η προσωπικότητα και προσφορά κάθε μέλους του Κόμματος».

Πέρα από τις επιμέρους διαφορές, στο σχέδιο του νέου καταστατικού λείπει η εξής διαπίστωση στου ισχύοντος: «Η αρχή της συλλογικότητας δεν καταργεί την ατομική ευθύνη ούτε και υποβαθμίζει την ατομική προσφορά». Μένει να απαντηθεί τί ακριβώς θέλει να εξαλείψει, μέσω της συλλογικότητας, η ηγετική ομάδα με αυτή την παράλειψη: Τον τονισμό της ατομικής ευθύνης ή την αναγνώριση της ατομικής προσφοράς; Μήπως και τα δύο;

Α. Θ.


Οι αλλαγές στο Καταστατικό του ΚΚΕ (2)

(Μέρος B’)

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού του ΚΚΕ η ηγετική ομάδα του κόμματος προωθεί βαθιές αλλαγές σε όλη την κομματική συγκρότηση στο πνεύμα του πιο ακραίου συγκεντρωτισμού. Θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε αυτές τις αλλαγές σημείο προς σημείο.


Η Οργανωτική δομή του κόμματος

Το άρθρο 2 του σχεδίου του νέου καταστατικού αντιστοιχεί στο άρθρο 13 του ισχύοντος (15ο Συνέδριο) και αν εγκριθεί από το Συνέδριο αλλάζει όλη την οργανωτική δομή του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα:

Στο ισχύον καταστατικό η οργανωτική δομή του κόμματος ορίζεται ως εξής:

«Βασικά οργανωτικά επίπεδα είναι:
Η Κομματική Οργάνωση Βάσης
Η Αχτιδική Επιτροπή
Η Νομαρχιακή Επιτροπή
Η Επιτροπή Περιοχής
Η Κεντρική Επιτροπή
Οι Κομματικές Οργανώσεις Αθήνας, Πειραιά, Θεσ/νίκης αντιστοιχούν σε οργανώσεις Περιοχών».

Το σχέδιο του νέου καταστατικού προτείνει την παρακάτω οργανωτική δομή:

«Οι Κομματικές Οργανώσεις Βάσης συνενώνονται σε Τομεακές Οργανώσεις και οι Τομεακές Οργανώσεις σε Οργανώσεις Περιοχής. Με Απόφαση της ΚΕ, όπου υπάρχει ανάγκη, μπορεί να δημιουργούνται Περιφερειακές Οργανώσεις που θα συνενώνουν έναν αριθμό Τομεακών Οργανώσεων. Σε ειδικές περιπτώσεις, η Κεντρική Επιτροπή μπορεί να δημιουργεί ΚΟΒ και Τομεακές Οργανώσεις που καθοδηγούνται άμεσα από αυτήν».

Με τη νέα οργανωτική δομή -εφόσον εγκριθεί από το Συνέδριο- δεν θα υπάρχουν ούτε Αχτιδικές ούτε Νομαρχιακές Οργανώσεις. Οι Αχτιδικές Οργανώσεις μετονομάζονται σε Τομεακές και οι Νομαρχιακές σε Περιφερειακές με την διαφορά ότι Περιφερειακές Οργανώσεις θα μπορεί να δημιουργεί μόνο η ΚΕ όταν και εφόσον αποφασίσει να προχωρήσει στη συνένωση ενός αριθμού Τομεακών Οργανώσεων.

Οι εισηγητές του νέου καταστατικού δεν δίνουν καμία εξήγηση για την αλλαγή της οργανωτικής δομής του κόμματος. Το θεωρούν, ενδεχομένως και αυτό, ένα αναφαίρετο δικαίωμά τους για την άσκηση του οποίου δεν χρωστάνε λογαριασμό στα κομματικά μέλη και σ’ όσους ενδιαφέρονται για την τύχη του ΚΚΕ. Εξ’ αντικειμένου, επομένως, είμαστε υποχρεωμένοι να ερμηνεύσουμε αυτή την αλλαγή προσφεύγοντας στις πιο βάσιμες υποθέσεις.

Υπόθεση πρώτη: Η αλλαγή στην οργανωτική δομή του κόμματος προκύπτει ως αναγκαιότητα λόγω της δραματικής συρρίκνωσης των οργανωμένων δυνάμεών του. Για να συγκροτηθεί μια νομαρχιακή Οργάνωση (περιφερειακή με τη νέα ορολογία) χρειάζεται να υπάρχουν περισσότερες από μία αχτιδικές οργανώσεις (Τομεακές με την νέα ορολογία). Συνεπώς, για να πηγαίνει το σχέδιο του νέου καταστατικού από την Τομεακή (Αχτιδική) οργάνωση κατευθείαν στην Οργάνωση Περιοχής -κι αυτό να είναι ο βασικός κανόνας- το μοναδικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως σε πανελλαδική κλίμακα, στην παρούσα φάση, είναι αδύνατο να υπάρχουν οι προϋποθέσεις (δηλαδή ο στοιχειώδης αριθμός κομματικών μελών και τομεακών οργανώσεων) συγκρότησης Περιφερειακών (Νομαρχιακών) οργανώσεων στις περισσότερες περιοχές της χώρας. Αν συμβαίνει αυτό, με την αλλαγή της κομματικής συγκρότησης η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ επιχειρεί να καλύψει τις τεράστιες ευθύνες για το γεγονός ότι κατάντησε το κόμμα σκιά του εαυτού του.

Υπόθεση Δεύτερη: Η οργανωτική δομή αλλάζει γιατί η ηγετική ομάδα θέλει να αυξήσει τον συγκεντρωτικό της έλεγχο πάνω στο κόμμα και κυρίως πάνω στη βάση του. Ας δούμε πως συμβαίνει αυτό:

α) Τα πολλά οργανωτικά επίπεδα ανάμεσα στην ηγεσία και στην βάση αυξάνουν την απόσταση μεταξύ τους και οδηγούν σε δύο αποτελέσματα: από την μια μεριά υπάρχει ο κίνδυνος απόσπασης της ηγεσίας από την βάση, δηλαδή ο κίνδυνος να αυξηθεί ο βαθμός αυτονόμησης της ηγεσίας από το υπόλοιπο κόμμα και κυρίως από τα απλά κομματικά μέλη. Σε ένα κόμμα, όμως λενινιστικό, νέου τύπου, ένα τέτοιο ενδεχόμενο εύκολα μπορεί να αποκλειστεί αν οι κομματικές οργανώσεις βάσης παραμένουν τέτοιες και δεν μετατρέπονται σε λέσχες απλών οπαδών. Από την άλλη πλευρά, τα πολλά οργανωτικά επίπεδα δυσκολεύουν αφάνταστα την ηγεσία να ελέγξει, κατά το πώς επιθυμεί, την κομματική βάση γιατί για να το πετύχει αυτό χρειάζεται έναν πολύ μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων στελεχών που θα πρέπει να τα επιλέξει, να τα προωθήσει στις κατάλληλες θέσεις, να τα συντηρεί και τα οποία θα λειτουργούν σύμφωνα με τις εκάστοτε επιταγές της.

β) Τα λίγα οργανωτικά επίπεδα στην συγκρότηση του κόμματος μειώνουν την απόσταση της ηγεσίας από την βάση αλλά αυξάνουν τις δυνατότητες της πρώτης, μέσω ενός αυξημένου συγκεντρωτισμού, να ελέγξει ολόκληρο το κόμμα. Για να το πετύχει αυτό χρειάζεται έναν πολύ μικρό -ανάλογα με την συρρίκνωση της κομματικής δομής- αριθμό ενδιάμεσων στελεχών που εύκολα μπορεί να βρει, εύκολα μπορεί να τοποθετήσει στις θέσεις κλειδιά κι εύκολα μπορεί να τα συντηρήσει. Το σχέδιο του νέου καταστατικού ομολογεί απερίφραστα αυτή την πρόθεση όταν προβλέπει ότι δεν θα υπάρχουν στη νέα δομή Περιφερειακές (νομαρχιακές) Οργανώσεις αλλά θα μπορούν να συγκροτηθούν μόνο με απόφαση της ΚΕ, όποτε και όταν εκείνη το κρίνει απαραίτητο, από την συνένωση ενός αριθμού Τομεακών Οργανώσεων. Στην πραγματικότητα αυτό που κρύβεται πίσω από αυτή τη διατύπωση του νέου καταστατικού είναι ότι η ΚΕ θα μπορεί να συνενώνει, όπως η ίδια νομίζει, τις τομεακές οργανώσεις σε Περιφερειακή Οργάνωση ώστε να έχει τη δυνατότητα να πνίγει συσχετισμούς απόψεων και να διαμορφώνει νέους για να μπορεί να διατηρεί τα στελέχη που επιθυμεί στις θέσεις τους στις οργανώσεις Περιοχής, στο σκαλοπατάκι, δηλαδή, που βρίσκεται κάτω απ’ αυτήν.

Υπόθεση τρίτη: Το πιο πιθανό είναι να ισχύουν ταυτόχρονα και οι δύο προηγούμενες υποθέσεις. Να υπάρχει και μεγάλη συρρίκνωση των κομματικών δυνάμεων και αύξηση του συγκεντρωτισμού της ηγετικής ομάδας πάνω σε ολόκληρο το κόμμα.

Η έννοια του μέλους του κόμματος

Η έννοια του μέλους του κόμματος στο ισχύον καταστατικό ορίζεται στο άρθρο 1 ενώ στο σχέδιο του νέου καταστατικού στο άρθρο 5.

Το ισχύον καταστατικό αναφέρει ότι «μέλος του ΚΚΕ μπορεί να γίνει κάθε άνδρας και γυναίκα, άνω των 18 χρόνων, με τον όρο ότι αποδέχεται το πρόγραμμα και το καταστατικό του, ότι ανήκει και να δουλεύει σε μία από τις οργανώσεις του και ότι πληρώνει κανονικά τη συνδρομή του».

Το σχέδιο του νέου καταστατικού έχει μια εντελώς διαφορετική διατύπωση: Διαβάζουμε:«Μέλος του ΚΚΕ είναι όποιος και όποια αποδέχεται την ιδεολογία, το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του, είναι πάνω από 18 χρόνων, ανήκει και δουλεύει σε μία από τις Οργανώσεις του και πληρώνει κανονικά τη συνδρομή του».

Η τροποποίηση είναι εμφανής: Το ισχύον καταστατικό θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κάποιος μέλος του ΚΚΕ τη συμφωνία με το πρόγραμμα και το καταστατικό του κόμματος ενώ το σχέδιο καταστατικού θεωρεί τη συμφωνία με το πρόγραμμα και το καταστατικό -αλλά και με την ιδεολογία (;) του κόμματος- ως απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι κανείς μέλος του ΚΚΕ. Με το ισχύον καταστατικό, εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζεται ότι το μέλος του κόμματος, αυτός δηλαδή που έχει ήδη γίνει μέλος του κόμματος, μπορεί να διαφωνήσει με τις τροποποιήσεις που ένα συνέδριο επιφέρει στο πρόγραμμα και στο καταστατικό (στη μορφή και στο περιεχόμενο που τα αποδέχτηκε όταν μπήκε στο κόμμα) και να μην χάνει την κομματική ιδιότητα. Η αναγνώριση αυτή είναι λογική διότι δεν υπάρχει -και δεν θα μπορούσε να υπάρχει- καμία καταστατική πρόβλεψη που να υποχρεώνει το κομματικό μέλος να μην έχει γνώμη για το πρόγραμμα και το καταστατικό όταν αυτά συζητούνται και τροποποιούνται και να μην διατηρεί αυτή την γνώμη (εφόσον αποδειχτεί μειοψηφική), παλεύοντας μέσα από τις κομματικές διαδικασίες ώστε σε επόμενο συνέδριο η γνώμη του να γίνει άποψη της πλειοψηφίας. Με το σχέδιο του νέου καταστατικού στην καλύτερη περίπτωση αναγνωρίζεται σ’ αυτόν που είναι ήδη μέλος, να διαφωνήσει με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στο πρόγραμμα και στο καταστατικό. Αν η άποψή του μειοψηφήσει σε σχέση με αυτό που θα αποφασίσει το συνέδριο δεν έχει κανένα δικαίωμα να διατηρήσει την διαφωνία του παραμένοντας μέλος του κόμματος. Αν την διατηρήσει, αυτό σημαίνει πως διαφωνεί με το νέο πρόγραμμα και το νέο καταστατικό οπότε χάνει αυτόματα την ιδιότητα του κομματικού μέλους.

Επιπλέον, το σύνολο των κομματικών μελών, μετά το 19ο Συνέδριο θα κληθούν να εξηγήσουν στο κόμμα αν συμφωνούν με την ιδεολογία του ΚΚΕ, όπως ορίζει η νέα διάταξη του καταστατικού εφόσον αυτό εγκριθεί από το συνέδριο. Αν δηλώσουν ότι συμφωνούν θα παραμείνουν μέλη του κόμματος. Αν δηλώσουν ότι διαφωνούν θα χάσουν την κομματική ιδιότητα διότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που το νέο καταστατικό βάζει για να την έχουν. Εδώ προκύπτουν δύο βασικά ζητήματα:

Πρώτο ζήτημα: Ποια είναι αυτή η ιδεολογία του ΚΚΕ; Αν είναι ο μαρξισμός- λενινισμός η αποδοχή του καταστατικού είναι αρκετή για να υποδηλώσει κάποιος ότι αποδέχεται την ιδεολογία του ΚΚΕ. Κι αυτό γιατί το καταστατικό λέει ξεκάθαρα στην εισαγωγή του ότι «το ΚΚΕ καθοδηγείται από την κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού». Αν όμως η ιδεολογία του ΚΚΕ είναι κάτι πρόσθετο στον Μαρξισμό λενινισμό, η ηγετική ομάδα του κόμματος το κρατάει επτασφράγιστο μυστικό για τον εαυτό της. Δεν το ορίζει, δεν το προσδιορίζει, δεν το θέτει στην κρίση των κομματικών μελών αλλά το θέτει ως προϋπόθεση για να συνεχίσουν αυτά τα μέλη να έχουν την κομματική ιδιότητα.

Ζήτημα δεύτερο: Σε ποιο κόμμα, μετά το 19ο Συνέδριο, τα κομματικά μέλη θα πρέπει να δηλώσουν ότι συμφωνούν με την ιδεολογία του ΚΚΕ όταν το κόμμα είναι αυτά τα ίδια τα μέλη του. Προφανώς η ηγετική ομάδα έχει ταυτίσει τον εαυτό της με το κόμμα, προφανώς θεωρεί ότι η ίδια είναι το κόμμα κι όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να της δώσουν όρκους πίστης για να τους αποδώσει κι αυτή εκ νέου την κομματική ιδιότητα. Μια τέτοια αντίληψη θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν η ηγετική ομάδα ίδρυε ένα καινούργιο κόμμα σύμφωνα με τις αντιλήψεις της. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να εξηγηθεί η απαίτησή της να έχει τον απόλυτο έλεγχο -κατά τις διαθέσεις και προτιμήσεις της- στην εγγραφή μελών σε αυτό το κόμμα. Το ΚΚΕ, όμως υπάρχει εδώ και 94 χρόνια και θα ήταν τουλάχιστον παραλογισμός να επιχειρήσει κανείς να το ξαναδημιουργήσει σήμερα. Μήπως όμως συμβαίνει κάτι άλλο; Μήπως στο όνομα -και με το όνομα- του ΚΚΕ η ηγετική ομάδα δημιουργεί ένα νέο κόμμα για να μπορέσει έτσι να κληρονομήσει ό,τι της χρειάζεται από το παλιό το οποίο έχει ήδη εγκαταλείψει στην πράξη;


Ποιοι και πώς γίνονται μέλη του ΚΚΕ

Το άρθρο 6 του σχεδίου του νέου καταστατικού που αναφέρεται στο ποιοι και πως γίνονται μέλη του ΚΚΕ αντιστοιχεί στο άρθρο 2 του ισχύοντος καταστατικού. Με το ισχύον καταστατικό «μέλη του Κόμματος γίνονται εργάτες, αγρότες, άλλοι εργαζόμενοι, διανοούμενοι και άλλα πρόσωπα πρωτοπόροι στους αγώνες του λαού». Με το σχέδιο του νέου καταστατικού «μέλη του ΚΚΕ γίνονται κατά κύριο λόγο εργάτες και εργάτριες. Επίσης, πρωτοπόροι εργαζόμενοι από τα λαϊκά στρώματα, καθώς και φοιτητές, σπουδαστές, νοικοκυρές, που συμμετέχουν ενεργά στην ταξική πάλη». Η διαφορά είναι καταφανής. Το σχέδιο του νέου καταστατικού περιορίζει δραστικά την δεξαμενή από την οποία το ΚΚΕ αντλεί τα μέλη του. Αυτά πρέπει κατά κύριο λόγο να προέρχονται από την εργατική τάξη και να είναι οπωσδήποτε εργάτες και εργάτριες, δηλαδή ενεργοί στην παραγωγική διαδικασία και όχι μέλη εργατικών οικογενειών. Από τα άλλα λαϊκά στρώματα μπορούν να γίνονται μέλη όχι εκείνοι που γενικά είναι πρωτοπόροι στους αγώνες του λαού αλλά εκείνοι που συμμετέχουν ενεργά στην ταξική πάλη όπως την εννοεί και την καταλαβαίνει η κομματική ηγεσία. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η κομματική ηγεσία ως ταξική πάλη αντιλαμβάνεται την δράση μέσα από τα σχήματα που εκείνη έχει δημιουργήσει (ΠΑΜΕ, ΠΑΣΥ, ΠΑΣΕΒΕ, ΜΑΣ, ΟΓΕ). Επιπλέον οι εισηγητές του νέου καταστατικού φαίνεται πως δεν αναγνωρίζουν κανέναν ιδιαίτερο ρόλο στη διανόηση και για το λόγο αυτό την διέγραψαν από της πηγές άντλησης των νέων κομματικών μελών. Επιπλέον δεν αναγνωρίζουν κανέναν ιδιαίτερο ρόλο ούτε στους αγρότες και για τον λόγο αυτό δεν τους αναφέρουν καθόλου και μάλλον τους εντάσσουν στη γενική κατηγορία των «εργαζόμενων από τα λαϊκά στρώματα». Για να κατανοηθεί καλύτερα σε τι ατραπούς μπάζει το ΚΚΕ το σχέδιο του νέου καταστατικού με βάσει τις διατάξεις του, μέλη του κόμματος δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν ο Μαρξ, ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Γκράμσι ή οι δικοί μας Γ. Κορδάτος, Σ. Μάξιμος, Δ. Γληνός, Δ. Μπάτσης, Ν. Κιτσίκης κ.α. καθότι ήταν κλασικοί διανοούμενοι. Επίσης ούτε ο Ένγκελς θα μπορούσε να περάσει έξω από την πόρτα του κόμματος καθότι γόνος της αστικής τάξης. Αν η σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ έδινε έστω και μια σταλιά σημασία στην ιστορία του κινήματος, θα έπαιρνε πολύ σοβαρά υπόψη της το γεγονός ότι η επιστήμη του μαρξισμού-λενινισμού, δηλαδή ο επιστημονικός σοσιαλισμός δημιουργήθηκε από αποστάτες της αστικής τάξης. Αυτό και μόνο θα της αρκούσε για να αντιλαμβάνεται το εργατικό επαναστατικό κόμμα με εντελώς διαφορετικούς όρους, όπως ακριβώς ήταν τα κόμματα και τα κινήματα από τα οποία διδάχτηκε -και μιμήθηκε δημιουργικά- το ΚΚΕ για να μπορέσει να φτιάξει μια ιστορία 94 χρόνων ζωής.

Το σχέδιο του νέου καταστατικού διπλασιάζει το χρόνο δοκιμασίας εκείνου που εισέρχεται στο κόμμα για να γίνει τακτικό μέλος. Ενώ το ισχύον καταστατικό ορίζει ότι κάποιος νεοεισερχόμενος μένει δόκιμο μέλος 6 μήνες, το σχέδιο του νέου καταστατικού αυξάνει αυτόν τον χρόνο στους 12 μήνες. Επίσης στο σχέδιο του καταστατικού αυστηροποιείται στο μέγιστο η προσχώρηση στο ΚΚΕ πρώην μελών άλλων κομμάτων. Με το ισχύον καταστατικό ένα πρώην μέλος άλλου κόμματος για να γίνει μέλος του ΚΚΕ θα πρέπει να το συστήσουν δύο μέλη του Κόμματος με δύο χρόνια κομματική ζωή. Τώρα, με το σχέδιο του νέου καταστατικού θα πρέπει να το συστήσουν δύο κομματικά μέλη με τρία χρόνια κομματική ζωή. Επίσης, ενώ στο ισχύον καταστατικό ο χρόνος δοκιμασίας για τα πρώην μέλη άλλων κόμματων που γίνονται μέλη του ΚΚΕ είναι οι 6 μήνες, με το σχέδιο του νέου καταστατικού ο χρόνος δοκιμασίας ανεβαίνει στα 2 χρόνια. Ειλικρινά δεν κατανοούμε σε τι αμάρτησαν ώστε να χρειάζεται τόσος χρόνος δοκιμασίας γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Τι ακριβώς πρέπει να κάνουν και τι ακριβώς πρέπει να αποδείξουν ώστε να χρειάζονται δυο χρόνια δοκιμασίας; Αυτό μόνο οι εισηγητές του νέου καταστατικού το γνωρίζουν και είναι ευχής έργο που δεν ζητάνε από αυτούς τους ανθρώπους -αν τους βρουν ποτέ- να επαναλάβουν τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή.

Στο σχέδιο του νέου καταστατικού υπάρχει διάταξη -που δεν υπάρχει στο ισχύον καταστατικό- που προβλέπει ειδικό τρόπο επανένταξης στο ΚΚΕ για πρώην μέλη του που έχουν διαγραφεί ή που έχουν αποχωρήσει. Πρόκειται για την αυστηρότερη διάταξη που υπάρχει για την ένταξη στο κόμμα. Παρόμοιά της δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ σε καταστατικό κομμουνιστικού κόμματος Διαβάζουμε: «Πρώην μέλη του Κόμματος που διαγράφτηκαν ή αποχώρησαν από το Κόμμα μπορούν να επανενταχθούν σε αυτό, εφόσον εγκρίνει η Επιτροπή Περιοχής την έναρξη της διαδικασίας, και ακολουθεί ειδική εξέταση και απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ΚΟΒ με αυξημένη πλειοψηφία 4/5 των παρόντων μελών και τελική επικύρωση από το ανώτερο όργανο με ανάλογη πλειοψηφία». Είναι φανερό πως με πολύ ευκολότερες διαδικασίες μπορούν να γίνουν μέλη του κόμματος οι πάντες, ακόμη και πρώην εχθροί του, αλλά όχι τα πρώην μέλη του κόμματος ακόμη κι αυτοί που ενδεχομένως απλώς αποχώρησαν ή βρέθηκαν εκτός ΚΚΕ κάτω από συγκυρίες αλλά ποτέ δεν το εγκατέλειψαν. Διερωτάται επομένως κάθε καλόπιστος: Γιατί τέτοια συμπεριφορά στα πρώην μέλη του κόμματος; Γιατί τέτοια καχύποπτη έως και εχθρική στάση; Σε τι έχει να ωφεληθεί το κόμμα από μια τέτοια αντιμετώπιση; Μήπως αυτή η διάταξη του σχεδίου καταστατικού είναι μια απειλή προς τα σημερινά μέλη του ΚΚΕ πως αν φύγουν από τον κόμμα δεν πρόκειται να επανέλθουν σ’ αυτό ποτέ; Όποιος σκέφτηκε -αν σκέφτηκε- με αυτό τον τρόπο να συγκρατήσει τις διαρροές κομματικών μελλών στην πραγματικότητα εκείνο που καταφέρνει είναι να τις ενισχύσει κάνοντας το σημερινό πρόσωπο του κόμματος ακόμη πιο αποκρουστικό. Το ΚΚΕ δεν είναι ένα κλειστό κλαμπ -σαν εκείνα των ευγενών του μεσαίωνα ή τα σημερινά που δημιουργούν οι ευγενείς της αστικής τάξης- για να μπορεί να βάζει κανείς τέτοιους όρους ένταξης. Το ΚΚΕ είναι κόμμα της εργατικής τάξης και μόνο ως κόμμα των μαζών των προλεταρίων και του εργαζόμενου λαού μπορεί να επιβιώσει.


Η έννοια της ανακαταγραφής

Το σχέδιο του νέου Καταστατικού περιλαμβάνει, επίσης μια διαδικασία η οποία δεν προβλεπόταν σε παλαιότερα καταστατικά. Πρόκειται για την διαδικασίαανακαταγραφής μελών. Στο άρθρο 6, παράγραφος «η» αναφέρεται: «Με Απόφαση Συνεδρίου, το Κόμμα μπορεί να κάνει ανακαταγραφή των μελών του. Ο χρόνος και η διαδικασία καθορίζονται από την ΚΕ». Ανακατάγραφή σημαίνει να εξετάζει το κόμμα κατά περιόδους αν τα μέλη του δικαίως φέρουν την κομματική ιδιότητα. Στη γενικότητα της η ανακαταγραφή δεν είναι λανθασμένη πρακτική αλλά το πρόβλημα μ’ αυτή είναι ακριβώς η γενικότητά της. Αν επιχειρήσει κανείς να την εφαρμόσει με γενικό τρόπο χωρίς να ορίσει με ακρίβεια τι είναι αυτό που ακριβώς εξετάζεται για να αποφασιστεί αν ένα κομματικό μέλος δικαίως φέρει την κομματική ιδιότητα, τότε εύκολα η ανακαταγραφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μαζικές εκκαθαρίσεις κομματικών μελών που έχουν διαφορετική άποψη από την κυρίαρχη κι εύκολα μπορεί να εκφυλιστεί σε μια διαδικασία ξεκαθαρίσματος προσωπικών λογαριασμών.

Η ανακαταγραφή ως έννοια προέρχεται από τον Λένιν και στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς εγκρίθηκε ως ένας από τους 21 όρους τους οποίους έπρεπε να αποδεχτεί ένα εργατικό κόμμα για να γίνει μέλος της Κομιντέρν. Στους όρους «Εισδοχής στην Κομμουνιστική Διεθνή» που επεξεργάστηκε ο Λένιν (και οι όποιοι είναι 19) η ανακαταγραφή αναφέρεται στο σημείο 14: «Τα Κομμουνιστικά κόμματα των χωρών εκείνων, όπου οι κομμουνιστές δρουν νόμιμα πρέπει να κάνουν περιοδικές εκκαθαρίσεις (ανακαταγραφές) των μελών των κομματικών οργανώσεων, για να ξεκαθαρίζουν συστηματικά το κόμμα από τα μικροαστικά στοιχεία που αναπόφευκτα τρυπώνουν σ’ αυτό» (Λένιν, Άπαντα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος 41, σελ. 209). Στις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ, όπου η 19 όροι του Λένιν έγιναν 21, η ανακαταγραφή αναφέρεται στο σημείο 13 το οποίο λέει: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα των χωρών, όπου οι κομμουνιστές αγωνίζονται νόμιμα πρέπει κατά διαστήματα να κάνουν εκκαθάριση των οργανώσεών τους ώστε να απαλλάσσουν συστηματικά το κόμμα από τα μικροαστικά στοιχεία που υπάρχουν στο εσωτερικό του» («3ηΔιεθνής- Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια- Θέσεις, Αποφάσεις, Μανιφέστα», εκδόσεις Εργατική Πάλη, σελ. 131).

Κοντολογίς, ούτε ο Λένιν ούτε η Κομμουνιστική Διεθνής όρισαν έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η ανακαταγραφή. Όρισαν όμως ότι αυτή η διαδικασία αφορούσε τα νόμιμα κομμουνιστικά κόμματα και στόχο είχε να τα απαλλάξει από τα μικροαστικά στοιχεία που τρύπωναν στις γραμμές τους. Πως όμως μπορούσε να προσδιοριστεί η έννοια «μικροαστικό στοιχείο». Την εποχή του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ η έννοια του μικροαστισμού αφορούσε τα κόμματα της 2ης Διεθνούς και τον τύπο μελών και στελεχών που αυτά είχαν δημιουργήσει: αριβισμός, κοινοβουλευτικός κρετινισμός, ρουτινιάρικος γραφειοκρατισμός, προσαρμογή στον τύπο και όχι στην ουσία, παθητικότητα, δουλικότητα, βόλεμα και εξουσιολαγνεία ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του μικροαστισμού μέσα στο εργατικό κίνημα της 2ης Διεθνούς που τόσο ο Λένιν όσο και η ΚΔ ήθελαν να αποκλείσουν από τα κομμουνιστικά κόμματα.

Θα ήταν ευχής έργο αν αυτό ήθελε -και σήμερα- να κάνει η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ με το νέο καταστατικό. Όμως στο σχέδιο του νέου καταστατικού η ανακαταγραφή τίθεται στην απόλυτη γενικότητα της και δεν ακολουθεί στο ελάχιστο τους όποιους προσδιορισμούς έβαζε ο Λένιν και η Διεθνής. Αντίθετα, με το σχέδιο του νέου καταστατικού η ανακαταγραφή μετατρέπεται σε όπλο στα χέρια της ηγετικής ομάδας για κομματικές εκκαθαρίσεις. Την ανακαταγραφή την αποφασίζει γενικώς και αορίστως το συνέδριο και η ΚΕ σ’ αυτό το «γενικώς και αορίστως» έρχεται και δίνει περιεχόμενο αφού αυτή καθορίζει το χρόνο και την διαδικασία της ανακαταγραφής. Κοντά στο νου και η γνώση ότι έτσι οριζόμενη η ανακαταγραφή στο νέο καταστατικό, μπορεί να αποτελέσει το εργαλείο διάλυσής του ή ιδιοποίησής του από μια συγκυριακή πλειοψηφία στο κεντρικό όργανο του κόμματος. Πολύ εύκολα σ’ αυτό το πλαίσιο το 50+1% της ΚΕ μπορεί να οδηγεί στην έξοδο από το κόμμα το μισό κομματικό δυναμικό που έχει διαφορετική άποψη και μειοψηφίες στις κομματικές οργανώσεις -στηριγμένες στα κριτήρια που θα βάζει η ΚΕ για την ανακαταγραφή- να διαγράφουν πλειοψηφίες κ.ο.κ. Με δυο λόγια η διαδικασία της ανακαταγραφής, όπως ορίζεται στο σχέδιο του νέου καταστατικού καταργεί τις ίδιες τις κομματικές διαδικασίες αφού για να συνεχίζει να είναι κάποιος μέλος του ΚΚΕ δεν θα αποφασίζεται με όρους πλειοψηφίας αλλά με βάση τις διαδικασίες (δηλαδή τα κριτήρια του κομματικού μέλους) που θα καθορίζει η ΚΕ. Αν αυτό από μόνο του δεν αποτελεί την πλήρη ανατροπή του ΚΚΕ ως λενινιστικού κόμματος νέου τύπου τότε τι είναι;


Ορισμένες ενδιαφέρουσες αποσιωπήσεις και συμπληρώσεις

Στο σχέδιο του νέου Καταστατικού δεν υπάρχουν μια σειρά παράγραφοι που υπήρχαν σε άρθρα του ισχύοντος καταστατικού ενώ σε άλλα άρθρα έχουν γίνει συμπληρώσεις, γεγονός που φανερώνει τις προθέσεις της ηγετικής ομάδας του κόμματος. Για να έχει γνώση ο αναγνώστης θα καταγράψουμε αυτές τις αποσιωπήσεις και συμπληρώσεις χωρίς περισσότερους σχολιασμούς.

Το άρθρο 8 του σχεδίου του νέου καταστατικού αντιστοιχεί στο άρθρο 4 του ισχύοντος αλλά το νέο καταστατικό δεν περιέχει την εξής διάταξη: «Υποχρέωση του κομματικού μέλους είναι να ασκεί, ταυτόχρονα με τις υποχρεώσεις, τα δικαιώματά του που απορρέουν από το Καταστατικό του Κόμματος».

Το άρθρο 9 του σχεδίου του νέου καταστατικού αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του ισχύοντος αλλά το νέο καταστατικό δεν περιέχει το μέρος της διάταξης που είναι με έντονα γράμματα: «Να απαιτεί να του δίνονται έγκαιρα αιτιολογημένες απαντήσεις σε προτάσεις ή ερωτήματα και όταν τις θεωρεί μη ικανοποιητικές ή έχουν προκύψει νέα στοιχεία, μπορεί να επανέρχεται».

Το άρθρο 14 του σχεδίου του νέου καταστατικού, που αναφέρεται στις αρμοδιότητες της ΚΕ, αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του ισχύοντος. Η παράγραφος «η» του ισχύοντος καταστατικού γράφει για την ΚΕ: «Καθορίζει το ποσοστό των εσόδων που πρέπει να αποδίδουν οι οργανώσεις του Κόμματος στο Κεντρικό Ταμείο. Διαχειρίζεται τα οικονομικά, τις επιχειρήσεις και όλη την περιουσία του Κόμματος». Η αντίστοιχη παράγραφος «θ», του σχεδίου του νέου καταστατικού γράφει: «Καθορίζει το ποσοστό των εσόδων που πρέπει να αποδίδουν οι Οργανώσεις του Κόμματος στο κεντρικό ταμείο. Διαχειρίζεται τα οικονομικά και όλη την περιουσία του Κόμματος». Από τις αρμοδιότητες της ΚΕ έχει αφαιρεθεί στο νέο καταστατικό η διαχείριση των επιχειρήσεων του κόμματος.

Στο άρθρο 15 του σχεδίου του νέου καταστατικού, έχει ενσωματωθεί ως παράγραφος το άρθρο 20 του ισχύοντος που αναφέρεται στην Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου. Στο ισχύον καταστατικό αναφέρεται ότι «Η Κεντρική Επιτροπή εκλέγει Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου (ΕΚΕ)… Η Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου εκλέγει από τα μέλη της τον πρόεδρό της». Στο σχέδιο του νέου καταστατικού τον πρόεδρο της ΕΚΕ ορίζει η ΚΕ. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Η Κεντρική Επιτροπή εκλέγει από τα μέλη της Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου (ΕΚΕ) και ορίζει τον πρόεδρό της».

Το άρθρο 16 του σχεδίου του νέου καταστατικού, αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του ισχύοντος. Στο ισχύον καταστατικό, στο συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται: «Η Κεντρική Επιτροπή συνέρχεται σε ταχτική σύνοδο κάθε 4 μήνες και έκτακτα με απόφαση του Πολιτικού Γραφείου». Στο αντίστοιχο άρθρο του σχεδίου του νέου καταστατικού τα πράγματα ορίζονται διαφορετικά. Διαβάζουμε: «Η Κεντρική Επιτροπή συνέρχεται σε τακτική Σύνοδο κάθε 3 μήνες με ευθύνη του Πολιτικού Γραφείου και εκτάκτως, όταν προκύψει ζήτημα, με απόφαση του Πολιτικού Γραφείου». Αν και με το νέο καταστατικό η ΚΕ φαίνεται πως θα συνεδριάζει σε πιο τακτά χρονικά διαστήματα απ’ ότι παλιά, η αρμοδιότητά για την σύγκλισή της περνάει στην ευθύνη του Πολιτικού Γραφείου. Δηλαδή το ανώτατο όργανο του κόμματος ανάμεσα σε δύο συνέδρια δεν μπορεί να συνεδριάσει από μόνο του ή αλλιώς για να συνεδριάσει πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της συνεδρίασης ένα κατώτερο όργανο, όπως είναι το Πολιτικό Γραφείο σε σχέση με την ΚΕ. Αν αυτό δεν είναι υποβάθμιση της ΚΕ σε σχέση με το Π.Γ, και εξοπλισμός του Π.Γ. με υπερεξουσίες σε βάρος της ΚΕ τότε τι είναι;

Το άρθρο 17 του σχεδίου του νέου καταστατικού, αντιστοιχεί στο άρθρο 21 του ισχύοντος. Στο συγκεκριμένο άρθρο του ισχύοντος καταστατικού αναφέρεται: «Η Κεντρική Επιτροπή Οικονομικού Ελέγχου ελέγχει την οικονομική δραστηριότητα, το ταμείο, τη διαχείριση των οικονομικών του Κόμματος, τα οικονομικά των επιχειρήσεών του και ενημερώνει τακτικά την Κεντρική Επιτροπή». Στο νέο καταστατικό το ζήτημα διατυπώνεται διαφορετικά: «Η Κεντρική Επιτροπή Οικονομικού Ελέγχου (ΚΕΟΕ) ελέγχει το ταμείο, τη διαχείριση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων του Κόμματος και ενημερώνει τακτικά την Κεντρική Επιτροπή». Όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης, στο νέο καταστατικό έχει απαλειφθεί από τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου, οποιαδήποτε αναφορά στον έλεγχο των οικονομικών των επιχειρήσεων του κόμματος.

Το άρθρο 24 του σχεδίου του νέου καταστατικού, αντιστοιχεί στο άρθρο 28 του ισχύοντος. Τόσο το ισχύον όσο και το σχέδιο του νέου καταστατικού δίνουν την δυνατότητα στα καθοδηγητικά όργανα που βρίσκονται κάτω από την ΚΕ να συμπληρώνουν τα κενά τους με πρόσληψη νέων μελών (κοοπτάτσια). Το ισχύον καταστατικό αναφέρει: «Οι προσλήψεις νέων μελών δεν πρέπει να ξεπερνούν το 1/10 των μελών του οργάνου». Το σχέδιο του νέου καταστατικού γράφει: «Οι προσλήψεις νέων μελών δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 2/10 των μελών του οργάνου». Δηλαδή με το νέο καταστατικό έχουμε διπλασιασμό των προσλήψεων.

Το άρθρο 30 του σχεδίου του νέου καταστατικού, αντιστοιχεί στο άρθρο 33 του ισχύοντος. Με το ισχύον καταστατικό η ΚΕ μπορεί ορίζει μόνο την διεύθυνση του Ριζοσπάστη. Με το σχέδιο του νέου καταστατικού ορίζει τόσο την διεύθυνση όσο και την συντακτική επιτροπή του Ριζοσπάστη και των άλλων κομματικών μέσων ενημέρωσης.

Το άρθρο 35 του σχεδίου του νέου καταστατικού, που αναφέρεται στις αρμοδιότητες της ΚΟΒ, αντιστοιχεί στο άρθρο 39 του ισχύοντος. Αν τα δύο αυτά άρθρα συγκριθούν αποκαλύπτεται δια γυμνού οφθαλμού ότι η αυτοτέλεια της κομματικής οργάνωσης που εξασφαλίζει το ισχύον καταστατικό εξαφανίζεται πλήρως στο νέο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στο ισχύον καταστατικό υπάρχει η εξής παράγραφος η οποία έχει απαλειφθεί από το σχέδιο του νέου καταστατικού: Η ΚΟΒ «έχει ευθύνη και αποφασίζει για τα ζητήματα του χώρου της μέσα στα πλαίσια της πολιτικής και των αποφάσεων του Κόμματος». Η ΚΟΒ πλέον δεν έχει καμία δική της ευθύνη.

Το άρθρο 41 του σχεδίου του νέου καταστατικού, που αναφέρεται στην ΚΝΕ, αντιστοιχεί στο άρθρο 44 του ισχύοντος. Το ισχύον καταστατικό αναφέρει: «Η Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας είναι μαζική πολιτική οργάνωση της ελληνικής νεολαίας, οργανωτικά αυτοτελής. Καθοδηγείται ιδεολογικά, πολιτικά από το ΚΚΕ, δέχεται το πρόγραμμα του ΚΚΕ και προωθεί την πολιτική του». Το σχέδιο του νέου καταστατικού γράφει: «Η Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας δημιουργήθηκε από το ΚΚΕ. Είναι επαναστατική οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ, που δέχεται την κοσμοθεωρία του, το μαρξισμό- λενινισμό, το Πρόγραμμα του ΚΚΕ και προωθεί τη στρατηγική του. Η ΚΝΕ συγκροτείται στο πλευρό του Κόμματος με διακριτή οργανωτική δομή που καθοδηγείται ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά, σε όλα τα επίπεδα από το ΚΣ της ΚΝΕ έως την ΟΒ, από τα αντίστοιχα όργανα του Κόμματος. Για την καθοδήγηση της ΚΝΕ, το Κόμμα διαθέτει στελέχη και μέλη του, που είναι ενταγμένα στην ΚΝΕ». Η οργανωτική αυτοτέλεια της ΚΝΕ έχει εξαφανιστεί πλήρως στο σχέδιο του νέου καταστατικού.


Τα οικονομικά του κόμματος

Το άρθρο 42 του σχεδίου του νέου καταστατικού, που αναφέρεται στα οικονομικά του κόμματος, αντιστοιχεί στο άρθρο 45 του ισχύοντος. Το ισχύον καταστατικό αναφέρει: «Οι οικονομικοί πόροι του Κόμματος προέρχονται από τις συνδρομές των μελών, από οικονομικές εξορμήσεις, από προαιρετικές εισφορές, δωρεές ή κληρονομιές, από επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναπτύσσει το Κόμμα, από τους μισθούς, συντάξεις και αποζημιώσεις που παίρνουν τα εκλεγμένα ή εξουσιοδοτημένα από το Κόμμα σε δημόσια αξιώματα μέλη του και από την κρατική χρηματοδότηση που δικαιούται το Κόμμα». Ενώ το ισχύον καταστατικό ορίζει γενικά την επιχειρηματική δραστηριότητα του ΚΚΕ, το σχέδιο του νέου καταστατικού επιχειρεί να την περιορίσει γράφοντας: «Το Κόμμα μπορεί να αναπτύσσει επιχειρηματική οικονομική δραστηριότητα, με σκοπό τη διασφάλιση της δυνατότητάς του να ενημερώνει, ιδεολογικά και πολιτικά το λαό για τις θέσεις του, να αναπτύσσει τη μαζική πολιτική διαφωτιστική του δραστηριότητα στα πλαίσια της προώθησης της πολιτικής του». Δηλαδή με το νέο καταστατικό μπορεί να ισχύουν δύο πράγματα: α) το ΚΚΕ αναπτύσσει οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά διαθέτει τα κέρδη από αυτήν αποκλειστικά σε ενέργειες που διασφαλίζουν την πολιτική, διαφωτιστική και προπαγανδιστική του δραστηριότητα. β) Το ΚΚΕ αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα μόνο στους τομείς που σχετίζονται με την πολιτική, διαφωτιστική και προπαγανδιστική του δραστηριότητα. Δηλαδή έχει Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, εκδοτικό οίκο και στην καλύτερη περίπτωση τυπογραφείο που βγάζει τα έντυπά του. Αν ισχύει το δεύτερο είναι φανερό ότι το ΚΚΕ θέλει να αποσυρθεί από οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα είχε στο παρελθόν. Ταυτόχρονα -και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το σχέδιο του νέου καταστατικού βγάζει έξω από τον έλεγχο των κομματικών οργάνων την επιχειρηματική δράση του κόμματος- γίνεται φανερό ότι επιχειρείται να κλείσει το κεφάλαιο της κομματικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, που είναι έξω απ’ όσα ορίζει το νέο καταστατικό, στο πλαίσιο ενός στενού κύκλου ανώτερων και ανώτατων στελεχών, μακριά από τον έλεγχο της μεγάλης μάζας των μελών και των στελεχών του κόμματος.

Το άρθρο 45 του σχεδίου του νέου καταστατικού αντιστοιχεί στο άρθρο 48 του ισχύοντος. Στο ισχύον καταστατικό αναφέρεται: «Η οικονομική διαχείριση που ασκούν οι κομματικές οργανώσεις ελέγχεται σε μόνιμη και διαρκή βάση από τις αντίστοιχες επιτροπές οικονομικού ελέγχου. Οι εκθέσεις και τα πορίσματα των επιτροπών αυτών είναι πάντα στη διάθεση των κομματικών οργάνων και των κομματικών μελών της αντίστοιχης οργάνωσης. Η Κεντρική Επιτροπή Οικονομικού Ελέγχου μπορεί να ελέγχει τα οικονομικά των κομματικών οργανώσεων». Το σχέδιο του νέου καταστατικού λέει: «Η οικονομική διαχείριση που ασκούν οι Κομματικές Οργανώσεις ελέγχεται σε μόνιμη και διαρκή βάση από τις αντίστοιχες Επιτροπές Οικονομικού Ελέγχου. Σε όλη την κλίμακα του Κόμματος γίνεται έλεγχος και για τα παραστατικά εσόδων και εξόδων, αλλά και για τη σκοπιμότητα των εξόδων, σε τακτά χρονικά διαστήματα». Ο έλεγχος των κομματικών μελών στα οικονομικά των οργανώσεων έχει εξαφανιστεί με το νέο καταστατικό.

Τέλος, με το άρθρο 46, το σχέδιο του νέου καταστατικού εξομοιώνει μισθολογικά τα μέλη του κόμματος που εργάζονται στον τεχνικό ή βοηθητικό μηχανισμό του, στο «Ριζοσπάστη», στην ΚΟΜΕΠ, σε άλλα κομματικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στο εκδοτικό του Κόμματος, με τα επαγγελματικά στελέχη. Η εξομοίωση αυτή, είναι φανερό πως στην παρούσα φάση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από μια σημαντική μείωση μισθών για τα κομματικά μέλη που εργάζονταν στο κόμμα, στα ΜΜΕ που διαθέτει και στον εκδοτικό του οίκο. Δηλαδή γίνεται για εξοικονόμηση χρημάτων και δεν έχει καμία άλλη σημασία αφού κανένα από αυτά τα μέλη δεν θα αποκτήσει την παραμικρή αρμοδιότητα ή εξουσία απ’ αυτές που έχουν τα επαγγελματικά στελέχη. Ενδεχομένως, όμως, να κρύβει προθέσεις τις οποίες η ηγετική ομάδα να θέλει να θέσει σε εφαρμογή στο μέλλον. Έτσι, αναρωτιόμαστε: «μήπως η ηγετική ομάδα θέλει να αλλάξει όλους τους εργαζόμενους στο κόμμα κλπ, με ανθρώπους της εμπιστοσύνης της, τους οποίους δεν θα έχει κανέναν ενδοιασμό να βαφτίσει επαγγελματικά στελέχη;». Άλλωστε κι αυτούς που σήμερα κάνει επαγγελματικά στελέχη, φροντίζει να τους επιλέγει με γνώμονα πόσο της είναι πιστοί κι αδιαφορώντας για το αν έχουν ή δεν έχουν ικανότητες να ανταποκριθούν στο καθήκον του επαγγελματία επαναστάτη όπως τον όριζε ο Λένιν κι όπως τον μάθαμε στο ΚΚΕ στο παρελθόν.

Α. Θ.
           

Δεν υπάρχουν σχόλια :